Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Το πείραμα της Περικοπής

Το πείραμα της Περικοπής

Πρόλογος

Φλεβάρης του 2015

Η ψυχολογία του πληθυσμού σε όλη την Ελληνική επικράτεια έχει μεταμορφωθεί μέσα σε λίγες μέρες ως δια μαγείας, από ένα πολιτικό γεγονός. Οι εκλογές έφεραν την ανατροπή και για πρώτη φορά στα χρονικά θα υπήρχε μια κυβέρνηση με αριστερές καταβολές. Ένα σαθρό και άρρωστο καθεστώς που είχε επιβληθεί στη χώρα, από τους δανειστές και με την άβουλη αποδοχή από μέρους των κυβερνώντων, βρέθηκε επιτέλους μακριά από την εξουσία και οι πάτρωνες τους, που όλα αυτά τα χρόνια, είχαν βρει τρόπο να κυβερνούν κινώντας τα νήματα πίσω από την κουρτίνα, ξαφνικά βρέθηκαν δίχως τις μαριονέτες τους. Ο λαός με την τόλμη του, βρήκε τον τρόπο να απαντήσει στους δυνάστες του και να αναζητήσει νέους δρόμους να πορευτεί.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, μια ομάδα ανθρώπων θα είναι οι ήρωες της ιστορίας μας. Θα είναι οι πρωταγωνιστές του πειράματος της Περικοπής. Ένα πείραμα που θα προσπαθήσει να αποδείξει πως η δύναμη των ανθρώπων δεν έχει όρια και αρκεί μια σπίθα για να ανάψει και πάλι η φλόγα της δημιουργίας. Η ίσκα της ζωής δεν σβήνει, όσο  υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να ζουν και όχι να φυτοζωούν.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

 Ο Τάσος Βέρνης κρατούσε στα χέρια του τις σελίδες από ένα άρθρο που διάβασε στο διαδίκτυο και είχε σκοπό να το διαβάσει στην παρέα του. Ήταν Κυριακή πρωί, όταν βρέθηκαν για το συνηθισμένο καφέ στ’ «Ανατολικό» της Καλαμαριάς. Η παρέα των φίλων που εδώ και χρόνια κρατά κάποιες συνήθειες παλιές, σαν σανίδα σωτηρίας στις ανατροπές της ζωής τους, επαναστάτησε όταν άκουσε τα παρακάτω λόγια που διάβασε ο Τάσος, από το άρθρο του Σαράντη Καργάκου, με τίτλο 

                                               «Το κηφηνείον η Ελλάς»

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.
Διαφωνώ.
Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η  εργασία.
Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά.
Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει,  επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων». Παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.
Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι' αυτό τουμπάραμε.
Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν.
Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ' όχι διάθεση για δουλειά.
Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers».
Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά!
Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας.
Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά.
Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.
Παρ' όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια.
Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.
Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ' ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης.
Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία.
Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.
Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής - βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.
Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς».
Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά.
Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως;
Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό.
Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου - και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα - απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας - πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές - που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;
Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.
Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής.
Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.
Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία - θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού.
Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου  «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου!
Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε . αγροτικό!
Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).
Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων.
Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!
Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια.
Όταν μικροί - ακόμη στο Δημοτικό - μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους.
«Αισχρόν γαρ δη τούτο. κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».
Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν. Ελλάδα.
Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια».
Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα.
Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της - δικαιώματα στην τεμπελιά - και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον.
Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.
Η επανάστασή τους, προέκυψε από την υποψία πως δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα  όσα διατυπώθηκαν από τον συγγραφέα. Αλλά παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκαν απολογούμενοι για όσα καταλογίζει στη γενιά τους ο συγγραφέας κι ας μη βρίσκονται στο κάδρο της περιγραφής με τον τρόπο που έζησαν μέχρι σήμερα.
Ο Άκης Παντολέων, στα είκοσι οχτώ του χρόνια, άνεργος τα τελευταία τρία, καθώς η τέχνη του να βάφει κουμπιά είναι στα αζήτητα με την κατρακύλα της βιοτεχνίας ενδυμάτων στην πόλη, ήταν ο πρώτος που πήρε το λόγο.
-Τάσο, γροθιά στο στομάχι τα όσα διάβασες. Δεν θα τολμήσω να απορρίψω την άποψη του Καργάκου, γιατί δεν έχω αντίθετα επιχειρήματα. Θέλω όμως να πω, πως φτάνει η μοιρολατρία και η προσπάθεια να κρυβόμαστε πίσω από τις καταστάσεις της που διαμορφώνονται ερήμην μας. Πρέπει να καθίσουμε και να σκεφτούμε, πως θα ανατρέψουμε αυτή την εικόνα που σχηματίσαμε ως γενιά. Πρέπει να πάρουμε τις τύχες στα χέρια μας δίχως να περιμένουμε βοήθεια από καμιά πολιτεία. Αν έχει να δώσει καλώς. Αν δεν έχει, να βρούμε τρόπο να αντιδράσουμε. Να πάρουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Δεν αντέχω άλλο να ζω από τη σύνταξη της μάνας μου.
Ο Θοδωρής Λένος, ζωγράφος και συντηρητής  έργων τέχνης, αφού σπούδασε στην Ιταλία, για λίγα χρόνια εργάστηκε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στην εφορία Βυζαντινών αρχαιοτήτων της Θεσσαλονίκης. Έκανε κάποιες πολύ όμορφες προσπάθειες να παρουσιάσει την δουλειά του με εκθέσεις ζωγραφικής και βιοπορίστηκε με αυτό τον πρώτο καιρό. Όμως, εδώ και λίγα χρόνια, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, ήταν αδύνατο να τα καταφέρει, καθώς οι πρώτοι που δέχτηκαν τα πλήγματα της έλλειψης ρευστότητας ήταν οι εικαστικοί. Σ’ ένα περιβάλλον οικονομικής αστάθειας και δυσπραγίας, όπου απουσιάζει η διάθεση για επενδύσεις  στην τέχνη, δεν μπορείς να έχεις προσδοκίες πως θα επιβιώσεις προσμένοντας εισοδήματα από την τέχνη σου. Πήρε με τη σειρά του το λόγο και συμπλήρωσε:
-Έχεις δίκιο φίλε! Όλα αυτά τα χρόνια, λίγο ή πολύ ο καθένας μας βρέθηκε να συμμετέχει σε αυτό που ονομάζουμε ζωή με δανεικά. Δεν εννοώ πως δανειστήκαμε χρήματα για να ζήσουμε. Απλά ότι χάσαμε την επαφή μας με την ουσία της ζωής. Αποκοπήκαμε από τον ομφάλιο λώρο της μάνας γης και ζούσαμε σαν παράσιτα της φύσης. Απόλυτα εξαρτημένοι από τους νόμους της αγοράς, ξεχάσαμε τους νόμους που απορρέουν από τον τρόπο ζωής των προγόνων μας. Και όταν πάψαμε να έχουμε τη δυνατότητα να ακολουθήσουμε αυτή την πορεία, βρεθήκαμε εκτεθειμένοι και ανίκανοι να αντιδράσουμε. Ας μη μας φαίνεται παράξενο λοιπόν διαβάζοντας αυτές τις αλήθειες, να μας δένεται ένας κόμπος στο στομάχι. Ας σκεφτούμε, πόσα χάσαμε σε ζωή όλα αυτά τα χρόνια που αφεθήκαμε να μας υπηρετούν, να προσφέρουν και να ζουν, συνάνθρωποί μας από άλλες χώρες, που ήρθαν να βρουν την τύχη τους στα μέρη μας. Αν λοιπόν αντί για αυτούς, εργαζόμασταν εμείς, θα ήταν διαφορετικά. Θέλω να συμφωνήσω με τον Άκη και να θυμίσω σε όλους, τις προτάσεις που μας έκανε κατά καιρούς ο Τάσος για να ενωθούμε όλοι μαζί και να δημιουργήσουμε ένα κοινό τόπο. Ήρθε νομίζω η ώρα να το ξαναδούμε.
-Ναι συμφωνώ Θοδωρή! Πρέπει να ξεκινήσουμε και να δούμε πολύ πιο ζεστά την πρόταση του Τάσου. Τοποθετήθηκε με τη σειρά της και η Αμάντα Χαραμίδου. Πάνε λίγα χρόνια που ήρθε από τη Σουηδία, όπου έκανε το μεταπτυχιακό της πάνω στη τέχνη της φωτογραφίας. Το μικρό και γουστόζικο φωτογραφείο της, δε στάθηκε ικανό να την κρατήσει οικονομικά αυτόνομη. Τα έξοδα του ΟΑΕΕ, της εφορίας, τα πάγια για να κρατηθεί μια ατομική επιχείρηση, ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούσε να βγάλει μέσα από τη δουλειά της. Λιγοστοί οι πελάτες που απόμειναν να αναζητούν τις γνώσεις της, και τεράστιος ο ανταγωνισμός από επαγγελματίες ή μη του είδους. Αναγκαστικά λοιπόν και αυτή με τη σειρά της, βρέθηκε στην τεράστια λεκάνη των ανέργων της χώρας, να προσπαθεί να βρει τρόπο να ξεφύγει. Η σκέψη της αναχώρησης για άλλη μια φορά για το εξωτερικό, την γυροφέρνει. Μα οι δεσμοί της με την πόλη και την παρέα της, ήταν πιο δυνατοί και είναι ακόμη εδώ.
-Παιδιά, πτυχίο δεν πήρα. Σε σχολικά θρανία δεν κάθισα πέρα από το γυμνάσιο. Δουλεύω από τα δεκαπέντε μου χρόνια στο ξυλουργείο του θείου μου. Έμαθα την τέχνη του ξυλουργού, όμως σε μια κατεστραμμένη οικονομικά κοινωνία, και τέχνη να ξέρεις, δουλειά δεν έχεις. Όταν οι πλειοψηφία του κόσμου βρεθεί στην ανεργία, άνεργος θα είσαι κι εσύ. Κάποτε δημόσιοι υπάλληλοι και γιατροί, δικηγόροι, ήταν οι πελάτες μας. Σήμερα, μέσα στο γενικό χαμό, όπου ο καθένας αισθάνεται επισφαλή τη θέση του, ακόμη και αν έχει χρήματα, δεν τα διαθέτει για ακριβές κατασκευές. Πάει στο ΙΚΕΑ και με το ένα τρίτο της δαπάνης, κάνει τη δουλειά του. Σε μια άρρωστη κοινωνία, δεν υπάρχει υγιές μέλος. Για να μη μολυνθούμε και πάθουμε καμιά γάγγραινα, αντέστε να φεύγουμε από εδώ για να κάνουμε χαΐρι και προκοπή. Οικογένεια κάτω από αυτές τις συνθήκες, ούτε που περνά από το μυαλό μου να κάνω. Έφτασα τα τριάντα δύο και το μόνο που θέλω είναι να βρω μια ρότα που θα με βγάζει σε μέρος ξάστερο. Δεν αντέχω άλλο το αδιέξοδο που ζω. Φτάνει! Και ήταν ευδιάκριτη η ένταση στο πρόσωπο του Κώστα Παπαδέλη, όταν τα έλεγε όλ’ αυτά.
-Ρε παιδιά, έτσι ωραία που τα λέμε, μούρχεται να πάρω το λαούτο και να τραγουδήσω γαμώ το κέρατό μου. Μια ζωή τζίτζικας ήμουν και δεν προσμένω τίποτε περισσότερο από αυτήν. Το μόνο που θέλω, είναι να είμαι με τα φιλαράκια μου, να σας κάνω κάνα μεζεδάκι, να σας λέω κάνα τραγουδάκι, οπότε, όπως καταλαβαίνετε, ότι απόφαση και αν πάρετε, μαζί σας! Είπε ο Μήτσος – Δημήτρης Μπάλος – ο ψυχαγωγός της παρέας. Κάποτε, μπήκε στη δίνη των ουσιών και του αλκοολισμού. Βγήκε μετά κόπων και βασάνων και πάνε λίγα χρόνια που στο στόμα του δεν μπαίνει τίποτε περισσότερο από λεμονάδα. Εκδίκηση για τα δεινά που μου προσέφερε το οινόπνευμα, όπως λέει ο ίδιος. Έχει το χάρισμα να μετατρέπει σε τραγούδι, ακόμη και τον πιο πεζό λόγο. Πραγματικό τζιτζίκι και αγαπητός απ’ όλους στην παρέα. Έχει μάθει να ζει με τα λίγα και αυτή του η αξιοπρέπεια, έχει εκτιμηθεί δεόντως από φίλους και εχθρούς. Πάνε έντεκα χρόνια που απολύθηκε από το στρατό, όπου ορίστηκε βοηθός μαγειρείου του έμεινε όμως η αγάπη για τη μαγειρική. Οι λίγες, όμως βασικές γνώσεις που απέκτησε, του δίνουν τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάζει με τα υλικά που έχει στην διάθεσή του. Ειδικά στην φύση, είναι να τον θαυμάζει κανείς με τις γνώσεις του γύρω από τα αυτοφυή φυτά και τους μύκητες. Χρησιμότατος σε καιρούς χαλεπούς ο Μητσάρας.
-Κανονίστε την πορεία σας κοπρόσκυλα, να βρείτε τρόπο να βάλω σε δουλειά τα χέρια μου, γιατί θα πάθουν αγκύλωση από το καθισιό. Συμπλήρωσε ο οικοδόμος της παρέας. Ο Θανάσης Λένος, αδελφός του Θοδωρή και κατά κάποιον τρόπο, προστάτης του μετά την απώλεια του μεγάλου τους αδελφού πριν κάποια χρόνια σε τροχαίο. Απ’ ότι καταλαβαίνω, μας την άναψε για τα καλά ο Καργάκος και να είναι καλά. Δεν με νοιάζει τίποτε περισσότερο από το να τρίψω στη μούρη όλων αυτών που κάθονται και βλέπουν αφ’ υψηλού την κατάντια μας, και μας δείχνουν με το δάχτυλο την ευθύνη μας. Που ήταν όλοι αυτοί, όταν άλλοι διαμόρφωναν τις συνθήκες για να γίνουμε αυτό που είμαστε; Τι και αν έφαγα τις σόλες των παπουτσιών μου σε πορείες και συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ. Κανείς δεν μας άκουγε όταν φωνάζαμε πως θα γίνουμε μια χαψιά από τους κεφαλαιοκράτες και τα τσιράκια τους. Όλοι μας κοίταζαν σαν ούφο που χαλάμε την ησυχία τους. Που θα μου πει εμένα, για τους Αλβανούς και τα μεροκάματα της πείνας που έπαιρναν, στερώντας το ψωμί από Ελληνικές οικογένειες. Που ήταν το κράτος  να κάνει τους ελέγχους, για να έχουμε όλοι τα ίδια δικαιώματα; Δώσε και στον Αλβανό και σε κάθε ξένο άδεια παραμονής, υποχρέωσε τον εργολάβο να κολλάει ένσημα και σε αυτούς και να δεις αν θα υπάρχει ενδιαφέρον για την δουλειά του οικοδόμου και από Έλληνες. Αλλά που, χάθηκε η κοινή λογική σε αυτή τη χώρα. Σωτηρία δεν υπάρχει.
- Ρε Θανάση, άσε τα κομουνιστικά σου τώρα να δούμε τι θα κάνουμε! Αυτά συνέβησαν και δεν μπορούμε να τα’ αλλάξουμε. Ότι έγινε, έγινε. Τώρα τι κάνουμε! Πετάχτηκε ο τελευταίος της παρέας. Ο Νίκος Σερέτης, ηλεκτρολόγος και στην ίδια μοίρα με τον Θανάση, μιας και η οικοδομή εδώ και μια πενταετία δεν υπάρχει σαν μοχλός οικονομικής ανάπτυξης. Ο Νίκος, παιδί μεταναστών στην Γερμανία, ορφάνεψε μικρός από μάνα και από τότε που ο πατέρας του ξανάφτιαξε τη ζωή του με μια Γερμανίδα, δεν ξαναπάτησε εκεί αφότου απολύθηκε και παρέμεινε μόνος και έρημος στην πόλη που σπούδασε την τέχνη του. Μοναδική του οικογένεια πλέον, τα φιλαράκια του που άνοιξαν την αγκαλιά τους και κράτησαν μια ζεστή γωνιά για την ύπαρξή του. Μεγάλη υπόθεση η φιλιά. Πάντα ήταν, όμως στα μέρες  της ηλεκτρονικής απομόνωσης και της διαδικτυακής «φιλίας» δύσκολα να βρεις πραγματικούς φίλους.
- Σόρυ κιόλας ρε φίλε, αλλά επειδή τα δικά σου θεωρήματα τα έχω φάει στη μάπα τόσα χρόνια και τα έχω εμπεδώσει, θα ήθελα να μας πει ο Τάσος λίγα λόγια για αυτά που έχει στο μυαλό του. Γιατί φαντάζομαι πως μετά την τελευταία φορά που του βάλαμε πάγο, κι επειδή ξέρω τι μαύρο σκυλί είναι, σίγουρα θα έχει βελτιώσει το σχέδιο που μας ενδιαφέρει. Προτείνω να τον ακούσουμε και να αφήσουμε τις θεωρίες μας κατά μέρος. Άλλωστε σαν ο μεγαλύτερος της παρέας, πάντα ήταν η πατρική μας φιγούρα και αναζητούσαμε σε αυτόν τις λύσεις.
-Έχω την εντύπωση, πως επίτηδες μας διάβασες Τάσο αυτό το άρθρο. Σκοπός σου ήταν να μας ξεσηκώσεις και νομίζω πως τον πέτυχες. Συμπλήρωσε ο Θοδωρής Λένος
- Με εντυπωσίασε ο τρόπος που επενέργησε με τα λόγια του ο Καργάκος σε όλους μας! Ναι Θοδωρή μου! Αυτός ήταν ο σκοπός. Ήθελα να λειτουργήσει σαν εφαλτήριο για να σας παρουσιάσω αυτά που έχουν κατασταλάξει σαν ιδέα μέσα μου.
Όλοι σας ξέρετε πως κατάγομαι από ένα χωριό της Φλώρινας. Έχω χρόνια φευγάτος από εκεί και δεν με συνδέει τίποτε περισσότερο με αυτό το χωριό, πέρα από τους γονείς μου, που έχω την χαρά να ζουν ακόμη εκεί. Πρόσφατα επισκέφτηκα ένα εγκαταλελειμμένο χωριό, λίγα χιλιόμετρα ψηλότερα από το δικό μου στους πρόποδες του Βίτσι. Περπατώντας λοιπόν στους έρημους χορταριασμένους δρόμους, και ανάμεσα στα χαλάσματα των γκρεμισμένων σπιτιών, έφερα στο μυαλό μου την νέα διάταξη που ψηφίστηκε πρόσφατα για αναδιανομή της ακίνητης περιουσίας που δεν έχει δηλωθεί από κανέναν Έλληνα ή ξένο πολίτη, οπότε αυτομάτως περιέρχεται στο δημόσιο και θα διατεθεί με ευθύνη των δήμων σε πολίτες που θα αναλάβουν την αξιοποίηση αυτής της περιουσίας. Δεν ξέρω αν έχει πέσει στη αντίληψή σας, πως για αυτό τον σκοπό, προτεραιότητα θα έχουν μικρές συνεταιριστικές ομάδες, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, οι οποίες θα τύχουν και χρηματοδότησης, ανάλογα με το πλάνο που θα υποβάλλουν. Όσο πιο απομακρυσμένες είναι οι περιοχές, τόσο περισσότερο θα χρηματοδοτηθούν από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκέφτηκα λοιπόν, πως θα μπορούσαμε να αναλάβουμε την αξιοποίηση αυτού του οικισμού, σαν ομάδα. Να συστήσουμε μια μη κερδοσκοπική συνεταιριστική, να απευθυνθούμε στην αρμόδια υπηρεσία του δήμου Αμυνταίου, όπου υπάγεται και να υποβάλλουμε την πρότασή μας. Η πρώτες μου επαφές με τον κοινοτάρχη του χωριού μου, Δημήτριο Βαλιανέστη, έδειξαν πως δεν υπάρχει κάποιος ιδιοκτήτης αυτών των σπιτιών, που θα τον ενδιέφερε να μπλοκάρει μια τέτοια πρόταση και πως θα είναι συμπαραστάτης μιας τέτοιας προσπάθειας.
Σκοπός μας θα είναι να αποκαταστήσουμε τα σπίτια που είναι ακόμη όρθια, να χτίσουμε με τα υπάρχοντα υλικά τα υπόλοιπα και να φτιάξουμε ένα τουριστικό προορισμό για όλο το χρόνο με ήπιες μορφές ανάπτυξης. Θα προσφέρουμε την δουλειά μας, και μοναδικό μας μέλημα θα είναι να στήσουμε τον δικό μας οικισμό, σύμφωνα με τα πρότυπα που μεταξύ μας θα ορίσουμε και να το κάνουμε μόνιμη κατοικία μας. Δεν σας υπόσχομαι πλούτη, παρά μόνο πολύ δουλειά. Όσοι από εμάς αντέξουμε να ζήσουμε σε αυτόν τον οικισμό πάνω από δέκα χρόνια, θα αποκτήσουμε τίτλους κυριότητας στο σπίτι που θα αποκαταστήσουμε και θα το κάνουμε σπίτι μας και ξενώνα υποδοχής επισκεπτών. Τα κεφάλαια για τα υλικά και τα εργαλεία που θα χρειαστούμε, θα τα αντλήσουμε από τη χρηματοδότηση. Όπως καταλαβαίνετε, χρήματα δεν θα πιάσουμε στα χέρια μας, αφού από το λογαριασμό που θα μας πιστωθούν οι επιδοτήσεις, θα εξοφλούνται τα τιμολόγια των εργαλείων και των υλικών. Θέλω πριν πάρουμε οποιαδήποτε απόφαση, να το σκεφτεί ο καθένας χωριστά, να υποβάλει τις προτάσεις από ιδέες και αντιρρήσεις και να ορίσουμε ένα νέο ραντεβού αύριο το απόγευμα στο σπίτι μου για να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Στην ομάδα μας, χωρούν άλλοι δυο. Καλό θα ήταν αύριο να τους έχουμε. Όποιος έχει να προτείνει κάποια ή κάποιον ως το βράδυ να μου δοθούν τα ονόματα και να προσκαλέσουμε τους καταλληλότερους που θα μας δέσουν ακόμη περισσότερο και να πετύχουμε σε αυτό το πείραμα.
-Ας μην αφήσουμε αυτή την εκκρεμότητα, παρενέβη  η Αμάντα. Ας αποφασίσουμε τώρα για το ποιούς θα προσεγγίσουμε να κλείσει η ομάδα. Προσωπικά έχω να προτείνω την Βεατρίκη Καριδοπούλου που έχει εμπειρία από την ενασχόλησή της με το κίνημα σπόρων του Πελίτη και έχω την υποψία πως θα την ενδιέφερε να είναι μαζί μας, αφού έχει γυρίσει όλη τη χώρα μαζεύοντας σπόρους και αναζητεί τόπο να ηρεμήσει.
- Πολύ καλή η πρότασή σου Αμάντα και χρησιμότατες οι γνώσεις της Βεατρίκης αν μας ακολουθήσει, απάντησε ο Τάσος. Άλλος κανείς έχει να προτείνει κάποιον να το κλείσουμε το θέμα άμεσα;
- Θα ήθελα να προτείνω τη σύντροφό μου, τη Χριστίνα Ζάχου μιας και έχουμε συμφωνήσει να πορευτούμε σε αυτή τη ζωή. Δεν είμαστε πολύ καιρό μαζί, όμως πιστεύω πως ταιριάζει με τη φιλοσοφία της ομάδας και μπορεί να προσφέρει από την κατάρτισή της σαν δασκάλα στο απώτερο μέλλον.
- Ωραία! Μακάρι να συμφωνήσουν και οι δυο και να ενταχθούν στην ομάδα. Θα κρατήσουμε και κάποιες ισορροπίες. Οι γυναίκες πάντα έχουν τον τρόπο να βρίσκουν λύσεις σε δύσκολες στιγμές και να κάνουν το κουμάντο καλύτερα από τους άντρες. Έτσι δεν θα αισθάνεται μόνη και η Αμάντα, που θα ήταν μόνος κούκος να προσμένει την άνοιξη.
Αύριο, θα σας παρουσιάσω και τις λεπτομέρειες του πειράματος. Γιατί, για πείραμα πρόκειται κι’ εμείς θα πρέπει να φανούμε δυνατοί και να ανταπεξέλθουμε στις δυσκολίες και στα πρωτόγνωρα κοινωνικά και οικονομικά εργαλεία που θα χρησιμοποιήσουμε, προκειμένου να πετύχουμε τον στόχο μας. Να φτιάξουμε μια κοινωνία ανθρώπων, σύμφωνα με τα δικά μας πρότυπα.
Βγάλτε από το νου σας την απόσταση.
Βγάλτε από το μυαλό σας τον τρόπο που ζούσαμε.

Και συνθέστε τον κόσμο που θα θέλατε να χτίσουμε μαζί.   

Αυτό είναι το πρώτο μέρος από ένα μυθιστόρημα.που ξεκίνησα.
Μια απόπειρα να κάνω τις προτάσεις μου για ένα διαφορετικό τρόπο ανάπτυξης της Ελληνικής περιφέρειες και μια διαφορετική πρόταση ζωής.
Ελπίζω να βρει αναγνώστες που θα πάρουν έστω και μια ιδέα να ακολουθήσουν αυτόν το δρόμο.
Σύντομα η συνέχεια...
Δημοσίευση σχολίου