Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Βόρειο Ιστολόγιο

Το Βόρειο Ιστολόγιο  μπορεί να εσίγησε δια παντός αφού ο Τάκης Πετρίδης  μας αποχαιρέτισε δυο μέρες πριν τη γιορτή του.
Όμως στις σελίδες του έχει πλούτο αναρίθμητο, γνώση αποθηκευμένη που χρειάζεται λίγο κόπο για να τη κάνουμε δική μας.
Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του "ο Θάνατος, οι Θρησκείες και η Ιδεολογία του Φόβου" από τις εκδόσεις Πολύτροπο 2008. (κεφ. η παρηγορία απέναντι στο θάνατο - σελ. 50)

... Η συνέχειά μας μέσα στο χρόνιο δεν γίνεται μόνο άμεσα μέσω των γονιδίων μας και του τυχαίου ανακατώματός τους. Η νόηση και η συνείδηση είναι φαινόμενα του ομιλιακού μας "είναι" και της σχέσης μας με τους άλλους ανθρώπους. Κάθε σκέψη και ιδέα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ανάλογα με την εμβέλειά τους, επηρεάζουν την νόηση και τη συνείδηση των άλλων ανθρώπων. Επιζεί σε αυτούς κι έτσι επιζεί στο χρόνο ο κάθε άνθρωπος, αφήνοντας τα ίχνη του στους άλλους ανθρώπους.....

Μεγάλη παρηγοριά, για  μένα προσωπικά, το απόσπασμα αυτό. Μελετώντας και πάλι όσα πολύτιμα μας έχει αφήσει, αισθάνομαι πως συζητώ μαζί του και τον έχω συντροφιά.

Πάντα κοντά μας όσοι έζησαν αφήνοντας πίσω τους κάτι από τις σκέψεις τους. Μα περισσότερο, αυτοί που έζησαν δίχως να έρχεται σε αντίθεση ο τρόπος που έζησαν, με όσα πρέσβευε η νόησή τους.
Όσοι δηλαδή υπηρέτησαν με πάθος τα πιστεύω και τις ιδέες τους αδιαφορώντας για τις συνέπειες αυτής τους της επιλογής.
Δείγμα απόλυτο αυτής της κατηγορίας ανθρώπων ο Τάκης Πετρίδης και γι' αυτό Αθάνατος!






Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Η Σκάλα της Ζωής Ένα αντίο στον Αντώνη Σουρούνη



Ήταν 5 Μαρτίου του 2000 όταν διάβασα το χρονογράφημα  "Η Σκάλα της Ζωής" στη τακτική στήλη "Σάββατο βράδυ Κυριακή πρωί" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας. Έκοψα το απόκομμα και δεκάξι  χρόνια μετά μαθαίνοντας για το θάνατο του Αντώνη Σουρούνη το θυμήθηκα  και το αντιγράφω, μήπως και νιώσω τη ίδια συγκίνηση που μου είχε χαρίσει τότε.

   Όσο βγαίνω από το χωριό, τα σπίτια γίνονται πιο αραιά και, προτού χαθούν τελείως, ακούω τιτιβίσματα παιδιών από το σχολείο. Δεν φαίνονται, ακούγονται μόνο οι φωνές και τα γέλια τους, καθώς παίζουν. Μετά τίποτε, μόνο μερικά μαντριά και κοτέτσια. Περνώντας από μπροστά τους μιμούμαι τη φωνή τους. Τα μεγάλα κατσίκια με κοιτούν απορημένα, τα μικρά όμως ξεγελιούνται και μου απαντούν. Περπατώ και βελάζω δίχως να σταματήσω κι εκείνα αντιχαιρετούν.
  Το τελευταίο κτίριο είναι το γηροκομείο. Δεν βλέπεις τίποτε μέσα, ένας πέτρινος τοίχος δυο φορές σαν το μπόι μου, κρύβει τους γέροντες από τους ελάχιστους διαβάτες  κι εμένα από τους γέροντες. Αν δεν υπήρχε η μικρή ταμπελίτσα, πάνω στη πέτρα, που να λέει πως είναι γηροκομείο, θα αναρωτιόσουν, ποιος τυχερός κατοικεί σε αυτό το ωραίο, μεγάλο σπίτι με θέα στη θάλασσα. Περπατώντας σε χωμάτινο δρόμο μέσα σε απόλυτη ησυχία, ακούγοντας μόνο τις φωνές των ζώων και βλέποντας μόνο πρασινάδες και βράχους, σε τριακόσια, τετρακόσια μέτρα συναντάς την τελευταία κατοικία του χωριού, το νεκροταφείο.
  Το γηροκομείο βρίσκεται στα δεξιά σου, το νεκροταφείο στα αριστερά σου και ψηλότερα, ώστε να βλέπουν οι μεν τους δε και να μη ξεχνιούνται. Πουθενά δεν έχω δει καλύτερη τοποθεσία για νεκρούς - καλά καλά ούτε και για ζωντανούς έχω δει καλύτερη. Καλημερίζω τους πεθαμένους και σταματώ σε ένα παρεκκλήσι είκοσι μέτρα παραπέρα, για να ανάψω το καντήλι του. Τα εκκλησάκια που βρίσκονται στις ερημιές και είναι χαμηλότερα από τους ανθρώπους, είναι για να τα λειτουργούν  οι αμαρτωλοί άνθρωποι,οι εκκλησίες που είναι ψηλότερες και από πολυκατοικίες, είναι για τους παπάδες. Συχνά φυσάει δυνατός βοριάς και δυσκολεύομαι να το ανάψω. Πολλές φορές το παρατώ έτσι, σβηστό και φεύγω. Δεν μπορώ να τα βάλω και με το Θεό. Αν δεν θέλει αναμένω κερί, δεν θέλει. Μια μέρα ήρθε εδώ ο μπάρμπα Κώστας, πήρε το μπουκαλάκι με το λάδι, μαγείρεψε κι όταν πληρώθηκε τη σύνταξή του, έφερε ένα καινούριο και ζήτησε από το Θεό συγνώμη.
  Και μετά αρχίζει ο Παράδεισος. Κολλητά σχεδόν με το παρεκκλήσι είναι το κτήμα του φίλου μου του Βαγγέλη, όπου βόσκουν καμιά πενηνταριά κότες και κοκκόρια, ένας γάιδαρος,μέλισσες,πεταλούδες, σκύλοι, γάτες, μια πάπια και από πάνω τους τριγυρίζει μια γερακίνα περιμένοντας την ευκαιρία να βοσκήσει και αυτή.
  Από εδώ και πέρα αρχίζουν τα μεγάλα και φαρδιά πέτρινα σκαλιά και περπατάς ανάμεσα σε μαργαρίτες, τσουκνίδες και κάθε λογής χόρτα. Ο πραγματικός Παράδεισος. Από αριστερά και δεξιά κατεβαίνουν τα δυο βουνά, για να ενωθούν στο βάθος με ένα τριγωνικό κομμάτι θάλασσας. Σταματώ και χαζεύω. Είναι σαν να βλέπεις δυο γυναικεία πόδια ορθάνοιχτα από μια κοπέλα, που λιάζεται  ολομόναχη και αμέριμνη στην αμμουδιά.
  Συνεχίζω τον κατήφορό μου Γηροκομείο, νεκροταφείο, Παράδεισος, σκέφτομαι, καθώς βαδίζω, για να ανταμώσω το σημείο εκείνο της θάλασσας. Μπαίνω μέσα αργά αργά σα να βαφτίζομαι.Νιώθω σα να βρίσκομαι στο καθαρτήριο. Όταν βγαίνω, είμαι ξαναγεννημένος από την αρχή. Παίρνω το δρόμο της επιστροφής από την πίσω μεριά του βουνού, από το μονοπάτι πλάι στη θάλασσα. Την βλέπω από ψηλά λαμπερή, πρασινογάλανη, καθαρτήρια και μου γεννιέται η επιθυμία βουτώντας από εκεί πάνω να ξαναγίνω ένα μαζί της. Είναι σα να με καλεί. Κοιτάω από την άλλη μεριά, να μη τη βλέπω και προσπαθώ να μη την ακούω.
  Συνεχίζω το δρόμο μου προς τους ανθρώπους, για να ξανακάνω αύριο τον ίδιο κύκλο με χθες. Σχολείο, γηροκομείο, νεκροταφείο, Παράδεισος, καθαρτήριο, ξανά το ίδιο, και πάλι το ίδιο, ώσπου κάποτε οι δύο τελευταίες λέξεις θα αλλάξουν θέση και αυτόματα θα αλλάξω θέση κι εγώ. Ελπίζω όμως να βλέπω ακριβώς τα ίδια πράματα, να ακούω ακριβώς τα ίδια, να μυρίζω ακριβώς τα ίδια και να έρχομαι σε επαφή ακριβώς με τα ίδια. Αλλιώς ας με αφήσει ο Θεός εδώ που είμαι. Καλά είμαι. Όπως Του κάνω εγώ το χατήρι και δεν Του ανάβω το κερί όταν δεν το θέλει, ας μου κάνει και εκείνος το δικό μου  και να μη μου το ανάψει ποτέ. Καλύτερα από εδώ δεν θάβρω.

Τελικά δεν του έκανε το χατήρι!
Καλό σου ταξίδι Αντώνη. Δεν ξέρω τι βλέπεις από εκεί πάνω, από εδώ κάτω πάντως, θα λήψεις.

Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Αντίο ρε Θάνο. Χωρίς δάκρυα.

Χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε, βγήκα από το ασανσέρ, η πόρτα του διαμερίσματός του ήταν ανοιχτή, την άνοιξα περισσότερο, μπήκα στο σπίτι του, έκλεισα την πόρτα, έκανα δυο βήματα και τον είδα να κάθεται στον καναπέ, «συγχώρεσέ με φίλε μου που δεν μπορώ να σηκωθώ, δυσκολεύομαι λίγο, έλα, κάτσε, η κουζίνα είναι από εκεί, φτιάξε καφέ αν θέλεις», κάθισα σε μια πολυθρόνα απέναντί του, μύρισα την τσιγαρίλα, είδα τα γεμάτα τασάκια, «κάπνισε αν θέλεις, κι εγώ καπνίζω, γιατί να το κόψω, αυτό θα με σώσει;», και κάπως έτσι άρχισε η συζήτησή με τον Θάνο που όχι, εκείνη τη μέρα δεν ήταν «γεμάτος ζωή» και άλλα τέτοια γλυκανάλατα και ανούσια κλισέ, αλλά είχε συναντήσει τον εαυτό του, όπως θα διαβάσετε στη συνέντευξη που ακολουθεί. «Να έρθετε να πάμε να φάμε στα Εξάρχεια», μας είπε λίγο πριν κλείσουμε την πόρτα πίσω μας.
Αντίο ρε Θάνο. Χωρίς δάκρυα.

AdTech Ad
Λίγο πριν πέσει η αυλαία του 2005 κυκλοφόρησε στα ελληνικά τοΜεθυσμένο Ημερολόγιο, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ποτέ οHunter S. Thompson, και από ένα άλλο πόστο, στις εκδόσεις Οξύ, είχα φροντίσει ώστε στην πρώτη και νομίζω μοναδική παρουσίαση του βιβλίου να μιλήσουν για αυτό ο Αλέξης Καλοφωλιάς των Last Drive, γιατί προφανώς είχε υπογράψει άλλη μια συγκλονιστική μετάφραση, και ο Θάνος Ανεστόπουλος που εκείνη την περίοδο έδειχνε να γεμίζει τη μία σελίδα μετά την άλλη στο δικό του, αντίστοιχο με του Dr Gonzo, καλεντάρι – ήταν η περίοδος της έξης, των παθών, όπως λέει σε τούτη συνέντευξη στην Popaganda. Τις ημέρες εκείνες κυκλοφορούσαν και τα Διάφανα Κρίνα αυτόν που μερικά χρόνια αργότερα θα αποδεικνυόταν ο προτελευταίος δίσκος τους (Ο γύρος της μέρας σε ογδόντα κόσμους) και σήμερα μου αρέσει να νομίζω ότι τον κάλεσα τότε γιατί υπέκυψα στη γοητεία της σύμπτωσης, ενώ ξέρω ότι δεν έχει και τόση σημασία – ας πούμε ότι όλα έγιναν κατά τύχη.
Όπως φαντάζομαι ότι από τύχη στα σχεδόν 11 χρόνια που μεσολάβησαν από εκείνο το μουντό (ούτε για αυτό παίρνω όρκο, αλλά φαντάζομαι ότι θα ήταν έτσι γιατί ακόμη κι αν δε θυμάμαι άλλα κι άλλα, θυμάμαι ότι ο Ανεστόπουλος φορούσε ένα μακρύ, μαύρο παλτό) βράδυ στη Στοά του Βιβλίου μέχρι το πρόσφατο, σχεδόν ζεστό, κυριακάτικο μεσημέρι στα υψίπεδα των Εξαρχείων, δεν τον είδα ποτέ ξανά εκεί έξω – κάπου αλλού πέρα από τις συναυλίες, δηλαδή, μέχρι το τέλος των Κρίνων και κατόπιν αυτού και μέχρι τη σχεδόν αφόρητα φορτισμένη ολιγόωρη ανάστασή τους τον Σεπτέμβριου του 2015, που ήρθε ως κορύφωση όσων ο Θάνος είχε κοινωνήσει δημόσια λίγους μήνες νωρίτερα, όχι τόσο την ίδια την επιθετική, όπως τη χαρακτήρισε, ασθένεια του αλλά περισσότερο την ειλικρίνεια με την οποία είχε πια αποφασίσει να αντιμετωπίζει τον εαυτό του και τον πόνο που είχε πια γίνει απρόσκοπτος συνοδοιπόρος του, και όλο αυτό για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει και όχι απλώς να αναπνέει («ζούμε όση ζωή θέλουμε να ζήσουμε, είμαστε τα Διάφανα Κρίνα» είχε πει στην Τεχνόπολη και τι κρίμα που δεν άρχισε ακριβώς εκείνη τη στιγμή να βρέχει).
Δεν είναι προφανώς όλοι οι πόνοι ίδιοι. Αλλά αυτό που επιμένει να κάνει ο Ανεστόπουλος, είναι κάτι που μάλλον θα έπρεπε να κάνουμε όλοι – ναι, ακόμη και με τους (στα όρια της ύβρεως) «ψευδοδυρμούς» μας. Μήπως και χαθούν λιγότερες ευκαιρίες. Μήπως και αφήσουμε λιγότερη από τη ζωή μας να πάει χαμένη.
Δε σου κρύβω ότι διαβάζοντας πως η συναυλία στο Παλλάς θα είναι ένας φόρος τιμής στους αγαπημένους σου ποιητές και τραγουδοποιούς αλλά και στα τραγούδια των Κρίνων, στο μυαλό μου το όλο πράγμα πήρε μια ελαφρώς τελεσίδικη χροιά. Εν πάση περιπτώσει, γιατί τώρα αυτός ο φόρος τιμής; ;
Eνιωσα ότι είναι ο καιρός να κάνω κάτι τέτοιο. Το ήθελα χρόνια. Από την εποχή των Κρίνων. Απλά τώρα ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να βγει από μέσα μου αυτή η ιδέα. Χωρίς καμία πίεση. Μάζεψε κι ο χρόνος γύρω μου ένα κύκλο μουσικών, με τους οποίους πρώτα είμαστε φίλοι. Παλιότερα σκεφτόμουν να κάνω κάτι μόνο για τις δικές μου προσωπικές καταβολές αλλά κατ’ επέκταση και των Κρίνων. Λίγο πολύ έχουμε τις ίδιες επιρροές με τα παιδιά, από τη μικρή εφηβεία και καθώς μεγαλώναμε, στο διάβα μας στη ζωή. Σκέφτηκα λοιπόν κάποια στιγμή όλους αυτούς τους ποιητές που έχουμε αγαπήσει, τους δικούς μας ήρωες, αυτούς με τους οποίους ο καθένας πέρασε το ταξίδι του και το περνάει ακόμη. Και όχι μόνο τους λεγόμενους καταραμένους ποιητές, αλλά και τη beat generation, το rock ‘n’ roll, το gothic -μην ξεχνάς ότι είμαι παιδί της δεκαετίας του 80- όλα αυτά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περνάνε στη μουσική μου. Και με τους ανθρώπους που παίζουμε και κάνουμε μουσικές τα τελευταία χρόνια μαζί, έχουμε κοινά βιώματα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο καθένας δεν κάνει την εντελώς δική του πορεία και προσωπική κατάθεση ψυχής. Και σκέφτηκα: πως μπορούμε να τα μπλέξουμε όλα αυτά, χωρίς όμως να τα «μπλέξουμε»; Είναι απλό. Φωνάζεις αγαπημένους σου μουσικούς και τους ζητάς να διασκευάσουν τραγούδια κάποιων άλλων «συναγαπημένων», τα φαντάσματα των οποίων θα είναι εκεί, επί σκηνής. Θα ακούσουμε, ας πούμε, να μελοποιείται ο Πόε. Ή ο Αγγελάκης θα διασκευάσει Tom Waits. Ο Boy θα διασκευάσει Joy Division. Ο Lolek θα διασκευάσει Leonard Cohen. Θα τιμήσουμε δηλαδή αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε. Από δω και πέρα λέω να είμαι καλά και να κάνω κάθε φορά από ένα πρότζεκτ, να κάνω πραγματικότητα κάποια «ονειράκια» μου. Αυτή τη φορά το όνειρο έχει να κάνει με τις ρίζες μου. Γι’ αυτό και βάλαμε τον τίτλο «Από τις Ρίζες ως τα Άνθη του Καλού». Άνθη του καλού ονομάζω τα τραγούδια των Κρίνων. Το ενδιαφέρον είναι ότι έχω βρει μουσικούς που θα ξαναστήσουν αυτά τα επιλεγμένα κομμάτια των Κρίνων με άλλη δομή. Δε θα είναι δηλαδή μια μπάντα που απλά θα αναπαράγει τα τραγούδια, αλλά θα τα κάνει τελείως διαφορετικά. Αυτό φαίνεται και από τα όργανα που επέλεξα, δεν ήθελα να υπάρχει απλά μπάσο, ντραμς και ηλεκτρισμός. Θέλω να κονιορτοποιηθεί το πράγμα, έχοντας στη μία γωνία ένα κλασικό πιάνο και στην άλλη ένα κοντραμπάσο, αυτά να είναι ο σκελετός και η μελωδική γραμμή να βγαίνει από μουσικά πριόνια και βιολοντσέλο, ενώ θα υπάρχει και ένας εξαιρετικός μουσικός, τρελός και παλαβός, που μαζεύει πολλά όργανα και τα παίζει, κάπως σαν τον Pascal Comelade ή τον Yann Tiersen. Όλο αυτό μένει να δούμε πως θα βγει, πως θα κοινωνήσουμε στον κόσμο τον φόρο τιμής, που λες, που είναι όντως τέτοιος, απέναντι σε ανθρώπους που μας μπόλιασαν, μας κέρασαν, μας δώρισαν τις ψυχές τους και τα τραγούδια τους, κι εμείς προχωρήσαμε ανάλογα. Γιατί τίποτα δε γεννιέται από το μηδέν.
Ρεμπώ, Καρυωτάκης, Πόε, Μποντλέρ, Μπουκόσφσκι, Πολυδούρη, Nick Cave, Ίan Curtis και πάει λέγοντας. Αυτή η ροπή προς την καταφανώς σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, λοιπόν, πότε παγιώθηκε μέσα σου;
 Σκοτεινά; Μάλλον φωτεινά μου φαίνονται όλα αυτά και αρκετά αισιόδοξα, γιατί πηγάζουν από έναν άκρατο ρομαντισμό. Πάντα μου άρεσαν οι τάσεις του ρομαντισμού, σε διάφορες εποχές. Κι επειδή ντρέπεται ο κόσμος να δηλώσει ρομαντικός, πάντα θα παραμένει κάτι επαναστατικό. Μπορεί βέβαια ο ρομαντισμός να γίνει ανάλαφρος και επιδερμικός, αλλά μπορεί να έχει και βάθος, να είναι πολύ δυνατός. Το θέμα, λοιπόν, είναι να μη χάσουμε το ρομαντισμό μας, την αθωότητά μας. Να μη σκληρύνουμε, να μη συνηθίσουμε τις εικόνες της καθημερινής βίας που βλέπουμε. Δε λέω να είμαστε απαθείς. Ξέρεις, έχει παρεξηγηθεί τελευταία η έννοια του ρομαντισμού. Αρκετοί το συνδέουν με μια σάχλα. Όχι, μερικοί είμαστε ευαίσθητοι και το διαφυλάσσουμε αυτό, το κρατάμε. Γιατί από εκεί γεννιούνται όλα. Και όχι μόνο η μουσική.
Όταν πάντως ρώτησα τον Morrissey, ήταν κάθετος ότι η θλίψη πάντα προηγείται προηγείται της μουσικής. «Είναι εγγενές στοιχείο του ανθρώπου, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης», μου είχε πει.
 Ναι. Θα συμφωνήσω με τον… «συνάρρωστό» μου. Μετά έρχεται ο λόγος, ο τρόπος και τα μέσα για να μπορέσουμε να απαλύνουμε τη θλίψη. Όχι να τη διώξουμε. Την κρατάμε και προσπαθούμε να την απαλύνουμε, να μη μας βαραίνει. Γιατί το θέμα είναι να μη μας βαραίνουν αυτά τα πράγματα μέσα μας. Πρέπει να μπορούμε να συνυπάρχουμε και με τη θλίψη και με τη χαρά και με την αρρώστια και με τον πόνο. Να μην έχουμε δηλαδή τη… φαιδρά ουσία στο μυαλό ότι θα τα διώξουμε όλα αυτά κάνοντας πράγματα, παράγοντας τέχνη, δημιουργώντας τα μέσα για να τα εκφράσουμε. Ξέρεις, έχω περάσει σιγά σιγά σε ένα στάδιο που ανακαλύπτω τη διαφορά σώματος και νου. Αυτό είναι το υπερβατικό και δεν έχει να κάνει μόνο με τη θλίψη. Επειδή έχω μπει πια καθημερινά στο κεφάλαιο «κρεβάτι του πόνου», που λένε, προσπαθώ αυτό τον «ψυχοασκό», τον φορέα της ψυχής και του νου, το σώμα δηλαδή, να το δεχτώ έτσι όπως είναι, να το δω πεντακάθαρα και να αρχίσω να λέω «δεν έχω σώμα, είμαι σώμα». Προσπαθώ να το κάνω όλο αυτό ώστε να φτάσω σε ένα σημείο που θα μπορώ πια να καλοδεχτώ τον πόνο στη ζωή μου, στην καθημερινότητά μου.
Μπορεί να γίνει ποτέ κάτι τέτοιο ή είναι απλά ένα φρούδο, ουτοπικό κυνήγι;
 Ναι, μπορεί να γίνει. Καλοδέχεσαι τον πόνο όταν είσαι αποφασισμένος όχι να τον πολεμάς καθημερινά – αυτό δε βγαίνει πουθενά, δε μπορείς να τον κοντράρεις με τίποτα – αλλά να τον παραδεχτείς, να τον κάνεις φίλο σου και να φτάσεις σε ένα υπερβατικό, θα έλεγα, σημείο και να μην το σκέφτεσαι. Να μάθεις να δουλεύεις με τη δύναμη του μυαλού και της ψυχής. Καμιά φορά λέω ότι θα ήταν ωραία να έρθει κάποτε η στιγμή που οι άνθρωποι θα μπορέσουμε να μείνουμε μόνοι μας κάπου μακριά από την πόλη, δεν ξέρω που, σε μια παραλία, σε ένα λόφο, δεν έχει σημασία. Να μπορέσεις να κάτσεις εκεί και να απεμπλακείς από διάφορα που έχει ανάγκη το σώμα, ώσπου να καταφέρεις να φύγεις από το σώμα, να το αφήσεις πίσω σου να νεκρώσει και να απελευθερώσεις την ψυχή σου, να φύγεις ελεύθερος. Αυτός ο διάλογος με το σώμα, που αναγκαστικά έχω μπει αυτή την περίοδο με οδηγεί πραγματικά σε ανακάλυψη άλλων πραγμάτων, που νομίζω ότι τα περνάω σιγά σιγά στα τραγούδια που γράφω, γιατί συνεχίζω να γράφω, είναι κάτι που με κρατάει δυνατό. Έτσι λοιπόν καταλαβαίνω ότι για παράδειγμα σε ό,τι έχει να κάνει με το σαρκικό κομμάτι, αν φτάσεις σε ένα σημείο να το αφήσεις για λίγο στο πλάι, μπορεί να καταφέρεις να αντικρύσεις κάποιον και να πεις «σ’ αγαπώ βαθιά», γιατί με την ψυχή σου ανοίγουν κάτι πολύ μεγάλα μάτια και βλέπεις τον άλλο αληθινά, διαχέεται η αγάπη από μέσα σου και βλέπεις τι άνθρωπος είναι πραγματικά αυτός που έχεις απέναντί σου. Αυτό το πράγμα ένας άνθρωπος που τρέχει και παράγει και μετά θέλει να γυρίσει σπίτι για να γαμήσει τη γυναίκα του και να πιει τις μπύρες του, δεν είναι εύκολο να το καταφέρει. Γιατί όλοι φοβούνται να κάτσουν πρώτα και κύρια λίγο με τον εαυτό τους. Να δω πως μπορώ να σε αγαπήσω πραγματικά όταν λέει ότι «σ’ αγαπώ». Να δω πως μπορώ να νιώσω ένα τραγούδι ότι έχει αλήθεια, όταν λέω ότι είναι αληθινό. Πως μπορώ να δημιουργώ με ειλικρίνεια κάτι, όταν λέω ότι είμαι δημιουργός.
Μπήκες λοιπόν για τα καλά σε μία πορεία αναζήτησης με όχημα την ασθένειά σου. 
Ναι, κάτι τέτοιο σε βάζει σε μία ρότα. Οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου, το ζήτημα είναι να το δεις σαν δώρο, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό, γιατί αλλιώς κάτσε και κλαίγε, τι να σου πω. Αλλά άμα το εκμεταλλευτείς και το δεις σαν δώρο προς τον εαυτό σου, τότε ακόμη κι αν δε γίνεις σοφότερος, κερδίζεις πράγματα που δεν είχες καν φανταστεί ότι μπορεί να υπάρξουν στη ζωή σου.
Στην περίπτωσή σου, όλο αυτό συνέβη ως επιφοίτηση, τρόπον τινά, όταν έμαθες ότι είσαι άρρωστος ή χρειάστηκε να το κατακτήσεις; 

Σιγά σιγά γίνεται αυτό, δεν έχει να κάνει με επιφοίτηση. Έχει περάσει ένας χρόνος και τώρα νιώθω ότι μπορώ πραγματικά να συνομιλήσω με τον εαυτό μου. Προφανώς γιατί πέρασα στο στάδιο της αποδοχής. Οι άνθρωποι δεν αποδεχόμαστε ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι, νομίζουμε ότι είμαστε αθάνατοι. Προφανώς ζωντανεύει το συναίσθημα του φόβου. Αλλά πρέπει να τα βάλεις κάτω και καταρχήν να μην πεις «γιατί συνέβη σε μένα». Αν το πεις αυτό, πάει, το ‘χασες. Βέβαια εγώ είμαι άνθρωπος που δεν πιστεύει στο τέλος, όπως το εννοούν οι περισσότεροι. Αυτό είναι κάτι που μου δίνει δύναμη. Όπως επίσης πιστεύω πως ό,τι δεν σκέφτεσαι, δεν υπάρχει, οπότε δεν σε οδηγεί. Δεν εννοώ να πεις ότι είναι μια γρίππη, να ψεύδεσαι στον εαυτό σου και στους άλλους. Εννοώ ότι δε χρειάζεται να σε συμπαρασύρει μια τέτοια κατάσταση σε μια μίζερη καθημερινή πραγματικότητα και να σε κάνει σκλάβο της τελικά, να σε αφομοιώσει, ενώ μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις πράγματα, με καινούριους όρους βέβαια. Φτιάχνεις τις προϋποθέσεις ώστε να τα καταφέρεις. Και αλήθεια σου λέω, είναι η πρώτη φορά που συναντιέσαι με τον εαυτό σου για τόσες πολλές ώρες, οπότε τον γνωρίζεις σιγά σιγά. Πως αλλιώς θα τον γνωρίσεις; Στα καλά; Στις γιορτές και στα πανηγύρια; Κάπως έτσι νιώθω λοιπόν αυτό τον καιρό.GO
Τι σε οδήγησε όμως στο να δημοσιοποιήσεις τη νέα σου κατάσταση ζωής, αν θες, σε όλο τον κόσμο; 
Ήταν ανάγκη, όπως το λες. Πνιγόμουν. Ήθελα να το φωνάξω για να νιώσω πρώτα απ’ όλα εγώ δυνατός. Και μου έκανε καλό. Γιατί κατάλαβα ότι δεν πρέπει να μας φοβίζει τίποτα. Είτε κουτσός, είτε στραβός, είτε ανάποδος, πρέπει να βρίσκεις τη δύναμη να λες «αυτό είναι το νέο μου πρόσωπο» και να προχωράς.
Πες με πεζό, αλλά έχω την εντύπωση ότι αυτή η ηρεμία σου έχει να κάνει και με το ότι παλιότερα περπάτησες δεόντως στο μονοπάτι της υπερβολής. 
Με την έννοια ότι έζησα καλά τη ζωή μου, ότι έκανα πράγματα που άλλοι δεν θα προλάβαιναν, αυτό εννοείς;
Ας πούμε ότι εννοώ την εποχή που πορευόσουν σύμφωνα με τη μπωντλερική προτροπή: «να μεθάτε αδιάκοπα».
 Ναι, υπήρξε μία εποχή…all night long. Όσο μεγαλώνεις όμως, και δε θέλω να ακουστώ συντηρητικός, οι ανάγκες σου αλλάζουν. Ο Cave δε θα μπορούσε σήμερα να κυλιέται με «ζαπρε» στα γυαλιά όπως έκανε με τους Birthday Party. Ξυπνάει, χαιρετάει τα παιδιά του, πάει στο γραφείο του, κάθεται στο πιάνο, γράφει, κάποιες φορές τον συνοδεύουν και οι άλλοι «αλήτες» που έχει παρέα. Καταλαβαίνεις ότι το φρούτο ωριμάζει κάποια στιγμή. Ναι, έχει να κάνει και με αυτό που λες, ότι έχεις γεμίσει με δόσεις αδρεναλίνης, έχεις ζήσει πολλά πράγματα, έχεις υπάρξει δηλαδή λέγοντας «όλα ή τίποτα», ζώντας το rock ‘n’ roll. Νομίζω όμως ότι είναι πολύ όμορφο να οδηγούμαστε κάπου αλλού τελικά. Να προσπαθούμε για παράδειγμα να γίνουμε κάλοι πατεράδες, καλή ώρα. 
Εγώ και την υγεία μου να είχα αύριο, θα συνέχιζα την πορεία μου, όπως το έκανα και πριν μάθω ότι είμαι άρρωστος. Μου φαίνεται φυσιολογικό όλο αυτό. Ενώ δε μου φαίνεται καθόλου φυσιολογικό να είσαι εξηντάρης και να χτυπιέσαι λες και είσαι η Poison Ivy. Μπορείς λοιπόν να ακολουθήσεις τη φυσική ροή των πραγμάτων. Το θέμα είναι να μην κλειστείς στην τρυπούλα σου, στην πυτζαμούλα σου, να μην παροπλίζεσαι. Να συνεχίζεις όσο μπορείς να εκπέμπεις την αλήθεια σου και ό,τι πιάνεις να μην το καταστρέφεις πια. Όσο κατέστρεψες στο παρελθόν να μάθεις να τα πιάνεις πιο απαλά, πιο ώριμα, με ευγένεια.
Η καταστροφή, που λες, είναι αναπόφευκτο τίμημα των παθών; 
Νομίζω πως είναι αναπόφευκτες οι συγκρούσεις, γενικά. Είτε είναι δύο αδέρφια, είτε μια κοινότητα, μια φυλή, μια οικογένεια, ένα γκρουπ, είναι αναπόφευκτο ότι θα συγκρουστούν και νομίζω ότι επιβάλλεται κιόλας για να υπάρχει μια πορεία με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια. Αρκεί να υπάρχει και μια διαχείριση. Το θέμα δηλαδή δεν είναι να μην τσακώνεσαι. Αλλά να μάθεις να τσακώνεσαι.
Βλέποντας νέα παιδιά που προφανώς δεν άκουσαν σε πραγματικό χρόνο όσα έγραψες κατά τη διάρκεια των «ημερών του οίνου και των ρόδων», να κάνουν κτήμα τους τώρα εκείνα τα τραγούδια, σου προκαλεί κάποιου τύπου συγκίνηση; Αν και προφανώς στην ιστορία του ροκενρόλ αυτό παθαίνει κάθε επόμενη γενιά με την προηγούμενη. 
Προσπαθούν να το κάνουν επίπλαστα δικό τους βίωμα, να το κατακτήσουν, να ζήσουν λίγο αυτό που δε ζήσανε, έστω και στη συναυλία ενός σόλο τραγουδιστή -όπως έγινε πέρυσι στο Death Disco- που μεταφέρει τα κομμάτια μιας εποχής και εκφράζει αυτό που δεν πρόλαβαν. Θέλω να πω ότι κι εγώ αν ήμουν δεκαεξάρης σε μια τέτοια συναυλία και δεν το είχα ζήσει όλο αυτό και το άκουγα από τους μεγαλύτερους, μάλλον το ίδιο θα έκανα. Είναι μια έκφραση ίσως όχι απόλυτα αυθεντική, αλλά πηγάζει από μία εσωτερική ανάγκη να ζωντανέψεις αυτά που έχεις ακούσει ότι γίνονταν κάποτε.GO
Αν οι νέοι νοσταλγούν αυτά που δεν έζησαν, εσύ ο ίδιος παίζεις αυτό το παιχνίδι με τα ίδια σου τα βιώματα; 
Όχι, δε νοσταλγώ. Κάποτε νοσταλγούσα. Στην πρώιμη εφηβεία μου. Νοσταλγούσα, δηλαδή, πριν δημιουργήσω αναμνήσεις. Νομίζω ότι είναι παγίδα η νοσταλγία. Πολλές φορές σε ακινητοποιεί. Δε σε αφήνει να παράξεις, να προχωρήσεις, να δημιουργήσεις, να κάνεις καινούριες γέννες. Το θέμα είναι να φτιάχνουμε παρελθόντα. Όχι να καθόμαστε και να αναπολούμε τα περασμένα. Μέσα στο πλαίσιο του δώρου που σου έλεγα πριν, είναι τόσο δυνατό το παρόν που ζω, που στο μυαλό μου δεν περισσεύει χώρος. Ασχολούμαι πάρα πολύ με το τώρα, με το σήμερα. Είναι πολλά τα πράγματα που πρέπει να ζήσω αυτή τη στιγμή. Και προτιμώ να λέω ότι ζω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Δεν ξέρω τι θα μου ξημερώσει αύριο. Τώρα όμως είμαι εδώ. Μιλάω μαζί σου. Μετά από δυο ώρες ούτε καν σκέφτομαι τι θα κάνω.
Τα Κρίνα από την αρχή έδιναν την εντύπωση μιας πολύ διαβασμένης μπάντας, βουτηγμένης σε λογοτεχνικές θάλασσες και άλλα τέτοια που ακούγονται ποιητικά, μία αίσθηση που ως είθισται με τα περισσότερα πράγματα που έχουν να κάνουν με ροκ μπάντες, την οριοθετούσε ο μπροστάρης τους, εσύ. Για να γίνω πιο σαφής, δεν φαινόταν ότι για σένα το rock ‘n’ roll ήταν απλά ένα μέσο εκτόνωσης. 
Αν υπάρχει αυτή η αίσθηση μέσα από την υπάρξη και τη δράση των Κρίνων, ότι δεν παίζαμε rock ‘n’ roll μόνο για να εκτονωνόμαστε, ίσως να έχει να κάνει με το ότι μερικοί θέλαμε να γράφουμε βιβλία όταν ήμασταν πιτσιρίκια. Θυμάμαι έντονα στα 16-17 εγώ και οι φίλοι μου να θέλουμε να γίνουμε συγγραφείς ή ποιητές. Όπως ένας άλλος μπορεί να γούσταρε να γίνει αεροπόρος, εμείς γουστάραμε το γράψιμο και το διάβασμα. Οπότε η μουσική έγινε ένα μέσο, μια πλατφόρμα. Χωρίς να ξέρουμε ούτε νότες ούτε τίποτα στην αρχή, με δυο κιθάρες αρχίσαμε να μελοποιούμε τα ίδια μας τα γραπτά. Έτσι ξεκινήσαμε με το ροκ, αλλά ποτέ δεν έφυγε η αγάπη μου για το διάβασμα και το γράψιμο. Πάντα ήταν ψηλά, στο ταβάνι. Η ουσία λοιπόν ήταν να βγάλουμε προς τα έξω την ψυχή των κειμένων, των σκέψεών μας που ήταν αποτυπωμένες σε χαρτιά, μέσα σε ένα μουσικό πλαίσιο. Ήταν και η εποχή τότε… με την έξαρση του πανκ στην Ελλάδα, του new wave, της dark σκηνής. Και βρέθηκε αυτό το μέσο. Εγώ πάντως θυμάμαι ότι δεν είπα ποτέ «πάμε να κάνουμε μια μπάντα». Έλεγα «πάμε να βάλουμε μουσική στα ποιήματα». Θυμάμαι στις πρόβες ότι αντί να κουρδίζουμε τα όργανα, καθόμασταν πολλές ώρες γύρω από ένα τραπέζι και αναλύαμε τον κάθε στίχο. Και μετά ξεκινούσαμε να παίζουμε, έτσι, για λίγο. Η δική μου μεγάλη δυνατότητα ήταν να βρίσκω μελωδίες. Ξέρεις, πρώτα τις τραγουδάς και μετά τις μεταφράζεις με μια κιθάρα ή ένα πιάνο και εξελίσσεται η σύνθεση από τα μέλη της μπάντας. Αλλά όπως σου είπα, ήταν απλά το μέσο. Γι’ αυτό και στα πρώτα άλμπουμ, τα κομμάτια των Κρίνων είναι πολύ απλά, με τέσσερα-πέντε ακόρντα, με μια πανκ αισθητική ακόμη και οι μπαλάντες. Αργότερα έγιναν πολυχρωματικά, γιατί και τα παιδιά, ως μουσικοί είχαν τη διάθεση να αναπτυχθούν. Και φτιάχτηκε αυτό που λένε ο προσωπικός ήχος των Κρίνων, εξαιτίας του συνδυασμού των ήχων, των στίχων, ίσως λόγω και της χροιάς της φωνής. Ποτέ όμως για μένα δεν ήταν ζητούμενο να δείξουμε πόσο καλοί μουσικοί είμαστε. Βεβαίως υπήρχαν άνθρωποι στη μπάντα που δε γράφανε, οπότε ίσως ο δικός τους στόχος να ήταν να κάνουν καλή μουσική. Όμως η αρχή ήταν ο λόγος, η ποίηση. Κι έγινε αυτό που έγινε…
Αυτό που έγινε ήταν ότι τα Διάφανα Κρίνα γρήγορα εξελίχθηκαν σε μία από τις τρεις πιο σημαντικές ελληνόφωνες μπάντες της εποχής τους και βάλε -προφανώς ξέρεις ποιες ήταν οι άλλες δύο- και αντίστοιχα εσύ αναδείχθηκες ως ένας εκ της «αγίας τριάδας» των frontmen με ελληνικό στίχο που είχαν όντως να πουν κάτι.
 Έλα μωρέ, δεν πιστεύω σε αγίες τριάδες, οσίες τετράδες ή ανίερες πεντάδες.
Δεν έχει να κάνει με το αν παίρνεις στα σοβαρά κάτι τέτοιο – ποπ κουλτούρα είναι, πόσο σοβαρά να την πάρεις. Όμως δε μπορεί να μην το συνειδητοποιούσες καθώς το έβλεπες να συμβαίνει. 
Δεν έχει σημασία αν το συνειδητοποιούσα. Απλά δεν ασχολιόμουν καθόλου με αυτό το κομμάτι, πραγματικά. Όταν το ζεις από μέσα, είναι αλλιώς. Για παράδειγμα, ξεκινάς για περιοδεία με το βανάκι, λίγο έξω από τη Λαμία κάνεις στάση για να πιεις μια μπύρα, πετυχαίνεις το Γιάννη με το δικό τους το βανάκι -τότε που τα βαν ήταν στους δρόμους- και σου λέει «ρε συ στο διπλανό χωριό είναι ο Παύλος, δεν πάμε;». Δηλαδή υπήρχε μία οργανική κοινωνικοποίηση μεταξύ μας, κανείς δεν νοιάστηκε ποτέ για καμία «τριάδα», οπότε γιατί να το κάνω εγώ;
Υπήρχε η πιθανότητα της διαχρονικότητας έστω και λίγο στο μυαλό σου κάθε φορά που ξεκινούσες να γράφεις; Και πόσο άλλαξε αυτό με τα χρόνια, μέχρι σήμερα που συνεχίζεις να γράφεις; 

Σιγά μη με νοιάζει αν θα ακούγονται τα τραγούδια μου στους αιώνες των αιώνων αμήν. Εγώ γράφω με μόνο στόχο να εκφράσω κάτι που με πνίγει, που δε μπορώ να το κρατήσω άλλο μέσα μου, που πρέπει να γεννηθεί. Για μένα είναι σαν ακανόνιστη ανάγκη έκφρασης ή αναπνοής. Μπορεί να περάσει ένας χρόνος για να γράψεις ένα μόνο τραγούδι. Και μπορεί σε μια βδομάδα να γράψεις έναν ολόκληρο δίσκο.

Μπορεί το γράψιμο να προκύπτει εξ ανάγκης, όπως λες, και να σου φαίνεται απλό, αλλά δε μπορεί να μη σε εξέπληξε ποτέ ότι η έκφραση του όποιου προσωπικού «θέματος» είχες μέσα σου, έγινε κτήμα τόσων ανθρώπων μέσω ορισμένων τραγουδιών.
 Από την άλλη υπάρχουν και τραγούδια μου που δεν «μιλάνε» σε κανένα. Το θέμα είναι το καθένα να απελευθερωθεί και να βρει το δρόμο του. Όση δύναμη και αλήθεια έχει μέσα του, τόση διαδρομή θα μπορέσει να κάνει.
Για σένα τον ίδιο, τα τραγούδια σου έχουν όλα το ίδιο ειδικό βάρος; 
Όχι βέβαια. Είναι κάποια, όχι πολλά, που μπορώ να σου πω ότι θα προτιμούσα να μην τα έχω δισκογραφημένα. Ότι θα προτιμούσα να είχα βάλει άλλα στη θέση τους. Αλλά όταν υπάρχει έντονη παραγωγικότητα, προκύπτουν τέτοια πράγματα, δεν ξέρεις τι να βάλεις και τι να αφήσεις απ’ έξω. Και πάλι όμως δεν πειράζει, γιατί ακόμη και να μην καταγραφεί κάπου ένα τραγούδι, από τη στιγμή που το έγραψες, ζωντάνεψε έστω και για λίγο. Υπήρξε.
Για τους συγγραφείς λένε ότι προσπαθούν διαρκώς να γράψουν το ίδιο βιβλίο. Μπορείς να κάνεις κάποια αναγωγή για το δικό σου σινάφι;
 Κοίτα, στη μουσική, σε όποια στιγμή της ιστορίας και να σταθείς, θα δεις ότι ο καθένας έχει ένα τρόπο για να εκφραστεί που κανείς δε μπορεί να τον αντιγράψει απόλυτα. Εσύ που είσαι χρόνια βουτηγμένος στη μουσική, που είναι η αγάπη σου, μπορείς να δεις ότι ο κάθε δημιουργός έχει κάτι που διαφέρει. Μπορεί να είναι απλώς μια νότα που δε μπορεί να την παίξει κανείς όπως την παίζει εκείνος. Αυτό είναι που δίνει και την προσωπική χροιά στα τραγούδια, στο έργο. Οι νότες ίδιες δεν είναι για όλους; Τα όργανα ίδια δεν είναι; Κι όμως, όλοι διαφέρουν. Είναι κάτι πολύ λεπτό που δε μπορώ να σου το εκφράσω ακριβώς με λέξεις. Είναι κάτι μαγικό.
Νομίζω ότι εξίσου μαγικό ή έστω σημαντικό είναι ο καλλιτέχνης να προσπαθεί διαρκώς να απομακρύνεται από τις ευκολίες του, να βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση αναζήτησης, ακόμη κι αν έχει συσσωρεύσει εμπειρίες δεκαετιών δημιουργίας μέσα του. 
Είναι κάτι που επιδιώκω. Είναι η δίψα για τη ζωή, για τη συνέχεια. Πρέπει να δεχτείς ότι είμαστε μονογαμικοί, λένε κάποιοι. Εγώ δε μπορώ να το δεχτώ. Όποιος μου λέει κάτι τέτοιο τον θεωρώ ανθρωπάκι. Το λέω αυτό για να σου τονίσω ότι ο Μεγάλος Άνθρωπος αφήνει τη ζωή να του ανοίγει τα παράθυρα και να του φέρνει οποιαδήποτε νέα εμπειρία. Πρέπει να αφήνεσαι, να είσαι εν αγνοία, να μη σε νοιάζει τι θα έρθει στην επόμενη στροφή. Να μην πεις «γέμισα ένα τσουβάλι με εμπειρίες, χόρτασα, δεν με νοιάζει τίποτα άλλο, είμαι εντάξει». Τότε είσαι νεκροζώντανος. Ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει εν αγνοία μέχρι το θάνατό του. Να επιτρέπει στη ζωή να τον εκπλήσσει. Δε μπορούμε να θεωρούμε ότι εμείς γράφουμε το σενάριο της ζωής. Να αναλωνόμαστε συσσωρεύοντας άγχος μέσα μας σε μια προσπάθεια να κατασκευάσουμε εμείς το τοπίο, να προβλέψουμε τι θα συμβεί. Νομίζω ότι είναι λίγο κούφιο, βαρετό αδιάφορο και επικίνδυνο.
Αυτή η στάση, όμως, δεν έρχεται λίγο σε κόντρα με την έννοια της αυτοδιάθεσης, ότι μπορούμε έστω να επηρεάσουμε τον τρόπο που ζούμε;

 Όταν βλέπεις έναν αλκοολικό να έχει φάει πέντε κόκκινες κάρτες από τη ζωή, να έχει φτάσει στον πάτο και να συνεχίζει να λέει «το ελέγχω, μη φοβάστε», αυτό δε σου λέει κάτι; Πολλές φορές λοιπόν στη ζωή χρειάζεται να αποδέχεσαι και να παραδίδεις τον έλεγχο. Αν έχει ένα ρίσκο αυτό είναι ότι όλα μπορεί να πάνε καλύτερα. Θα σου εξομολογηθώ κάτι. Μια ζωή έλεγα ότι έχω τον έλεγχο. Στην περίοδο της έξης, των παθών, ξέρεις. Είναι πολύ λάθος αυτό. Δε μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο. Γιατί λέγοντας ότι έχουμε τον έλεγχο, οι άνθρωποι εννοούμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε το μέλλον. Και ξέρεις, αυτό το κάνουν κυρίως όσοι είναι πολύ βαριά αγκιστρωμένοι στο παρελθόν και δε ζουν το παρόν. Λοιπόν, το επόμενο λεπτό εγώ μπορεί να πάθω καρδιακό επεισόδιο κι εσύ να κερδίσεις το τζόκερ. Ποιος ξέρει; Φυσικά, αυτό που σου λέω δεν έχει να κάνει με τα όνειρα. Δε θα χάσουμε το δικαίωμα να ονειρευόμαστε. Ή να έχουμε στόχους. Ή να ελπίζουμε. Πιστεύω στην ελπίδα. Πιστεύω στη δύναμη της πίστης. Πιστεύω και στην αποδοχή της αποτυχίας. Δεν πιστεύω όμως στο κουράγιο, να σου χτυπάνε φιλικά την πλάτη. Τέλος πάντων, αν έχω καταλάβει κάτι μέχρι τώρα είναι ότι αξιοπρέπεια σημαίνει να αποδέχεσαι ότι δεν είναι τόσο δυνατός όσο νομίζεις, να αφήνεσαι.
Για αύριο τι σκέφτεσαι; Θέλω να ανέβω σε αερόστατο, γαμώτο, μια φορά στη ζωή μου. Μια βόλτα με αερόστατο!





Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ΛΑΙΚΟ ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ ΑΣΒΕΣΤΟΧΩΡΙΟΥ "ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΑΝΑΠΝΟΗ ΧΑΜΕΝΗ" 5ος ΚΥΚΛΟΣ


Σαν ιατρός Επαμεινώνδας Σακελλαρίου θα σας υποδεχτώ, μαζί με τους υπόλοιπους φίλους συντελεστές της υπέροχης παράστασης, που κάθε φορά, μαγεύει τους θεατές της.
Ελπίζω να φανώ αντάξιος και να συμβάλλω στη συνέχιση αυτής της όμορφης προσπάθειας.
Σας περιμένουμε...

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2016

ΕΠΑΙΝΟΣ ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΑΙΜΟΠΕΤΑΛΙΩΝ



Θαρρείς και ντρεπόμασταν που θα κάναμε αυτή τη γιορτή στη πόλη μας.
Στα μουλωχτά να μη μας καταλάβουν.
Ίδρωσα να βρω μια αναφορά στο διαδίκτυο για αυτήν και να τη κοινοποιήσω.
Χθες, χάρη στην ΕΡΤ3 και στο σποτάκι του Σάκη Αρναούτογλου ανακάλυψα τη παραπάνω πρόσκληση.
Χολωμένος εμφανίστηκα στο Βελλίδειο συνεδριακό κέντρο της ΔΕΘ, μα μόλις είδα  τα γνωστά μου πρόσωπα των γιατρών και νοσηλευτριών του Παπανικολάου να παλεύουν με δεκάδες επαίνους εθελοντών και να προσπαθούν να τους μοιράσουν στους ανθρώπους που είχαν προσκληθεί για να τους τιμήσουν για την προσφορά τους, έχασα κάθε ρανίδα χολής που κουβαλούσα.
Οι άνθρωποι αυτοί, τόσα χρόνια, είναι μπροστάρηδες σε ένα αγώνα διαρκή και άνισο και είναι παράλογο να τους ζητώ ευθύνες που δεν έχουν. Τους ζητώ συγνώμη και μόνο για την σκέψη που έκανα.
Παρέλαβα με τη σειρά μου, από τα χέρια του Γιάννη Κατσαρή τον έπαινό μου και το μετάλλιο  για την "πολυετή μου προσφορά" και μπήκα στην αίθουσα, μαζί με εκατοντάδες άλλους εθελοντές αιμοδότες της πόλης και όχι μόνο.


Μίλησαν οι υπεύθυνοι των υγειονομικών περιφερειών, κύριοι Κύρκος και Πλωμαρίτης, μίλησε και ο εκπρόσωπος του ΕΚΕΑ, τα γνωστά και συνηθισμένα.
Μας τραγούδησαν τα παιδιά από το πολυπολιτισμικό σχολείο Ευόσμου, παρουσιάστηκε ένα πολύ έξυπνο σκετς με τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν θέλουν να συμμετέχουν στην αιμοδοσία και ξεκίνησε η βράβευση των εθελοντών και των ομάδων που διακρίθηκαν σε κάθε Νοσοκομειακή μονάδα της πόλης.
Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, όταν διαπίστωσα πως ανάμεσα στους προσκεκλημένους, βρίσκονταν άνθρωποι που επιβίωσαν, μετά από δύσκολες μάχες με ασθένειες, που χάρη στην εξέλιξη της ιατρικής, αλλά και στην εθελοντική αιμοδοσία, βρέθηκαν νικητές και συνεχίζουν τον δύσκολο μα και συνάμα όμορφο αγώνα της ζωής.
Ο Απόστολος Χαριτωνίδης, ο Νίκος Κωλλέτης, η Σοφία Αναγνωστάκη, η Κατερίνα από το "Άλμα Ζωής" του Θεαγενείου, και τόσες  - τόσοι άλλοι, μου έδωσαν τη χαρά,   να αισθανθώ πως πήρα απαντήσεις σε κάθε μου ερώτημα, όταν έβλεπα σταγόνα τη σταγόνα να γεμίζει ο ασκός με τα αιμοπετάλια και αναρωτιόμουν, θα σωθεί ο άνθρωπος που θα τα πάρει; Απέκτησαν πρόσωπο οι άνθρωποι που όλα αυτά τα χρόνια βρίσκονταν πίσω από έναν αριθμό. Στο πρόσωπο αυτών, είναι όλοι οι άνθρωποι που χαράχτηκε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας όταν καλυπτόταν η ανάγκη τους σε αίμα ή αιμοπετάλια.
Τους ευχαριστώ θερμά για το θάρρος τους, να εμφανιστούν και να μας πουν μαζί με το ευχαριστώ, τη ιστορία τους και τον αγώνα τους να ζήσουν.
Και είναι κρίμα που δεν υπήρχε κανένας της δημοσιογραφικής οικογένειας - πλην του συντονιστή δημοσιογράφου της ΕΡΤ3 - να καταγράψει αυτές τις στιγμές. Αν ήταν κάποια συναυλία με  λικνίσματα και  οφθαλμόλουτρο, δεκάδες κάμερες θα είχαν συγκεντρωθεί.
Σαν δεν ντρεπόμαστε...
Κατά τα άλλα, έχουμε βλέψεις να αυξήσουμε την κάλυψη των αναγκών μας σε αίμα, από τους εθελοντές αιμοδότες, σε ποσοστά πολύ μεγαλύτερα του 50 της εκατό που είναι σήμερα.
Εν κατακλείδι, η σημερινή γιορτή για όλους εμάς που κληθήκαμε να βραβευτούμε για την προσφορά μας, ήταν όμορφη και ζεστή. Με λίγη καλή θέληση και καλύτερο συντονισμό και τη βοήθεια όλων μας, θα μπορεί να γίνει πολύ καλύτερη και να γίνει ένας θεσμός που θα προβάλει τα καλά και πανανθρώπινα ιδεώδη της αιμοδοσίας .
Το αίμα μας ενώνει όλους!

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΤΩΝ ΑΣΠΡΟΓΕΙΩΝ 1970



Αυτή ήταν η εικόνα που έβλεπα κάθε πρωί που έβγαινα από το σπίτι.
Τον παππού Θόδωρο να φτιάχνει ή να επιδιορθώνει σαμάρια.
Στωικός, με το χαμόγελο στα χείλη και ένα καλό λόγο για τον καθένα που θα έλεγε καλημέρα.
Το παράδοξο είναι, πως ο φίλος μου και συγχωριανός μου Πέτρος, που ζει στον Καναδά, μου την έστειλε και πιθανότατα θα είναι και αυτή ένα από τα πολλά διαμάντια που έχει κρατήσει από την πρώτη του επίσκεψη τότε στο χωριό, μετά την μετανάστευση το 1956.
Πολύτιμες μνήμες,
πολύτιμες φιλίες!
Και ας μη έχουμε ανταμώσει ποτέ .
Θερμά τον ευχαριστώ για όλα!


Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΛΑΪΚΌ ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ ΑΣΒΕΣΤΟΧΩΡΙΟΥ "ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΑΝΑΠΝΟΗ ΧΑΜΕΝΗ" 4ος ΚΥΚΛΟΣ ΜΠΕΝΣΟΥΣΑΝ ΧΑΝ

Τελείωσε χθες το βράδυ, ο τέταρτος κύκλος της παράστασης.

Με πληρότητα, που οριακά ήταν επιτρεπτή η ομαλή διεξαγωγή της, τα 30 - 35 άτομα γίνονταν 50 -55 δίχως δυνατότητα να διώξεις ανθρώπους που ήρθαν με τόση θέρμη για να δουν τη παράσταση.
Η χθεσινή μέρα, ξεκίνησε επεισοδιακά, με ΜΑΤ και κλειστό το κέντρο, λόγω επεισοδίων ανάμεσα σε διαδηλωτές κατά των μεταναστών (οι ίδιοι θα βρίσκονταν απέναντι στους φυματικούς στα χρόνια των διωγμών τους), αντιεξουσιαστές και αστυνομικούς. Μια ομάδα 200 ανθρώπων, έχει τη δυνατότητα να διαλύσει τη ομαλή ζωή στο κέντρο της πόλης μας. 
Με τα πόδια λοιπόν, από την Ευζώνων για τα Λαδάδικα και στα μισά του δρόμου, να σου και το χαλάζι!
Με καθυστέρηση η προσέλευσή μας, στα γρήγορα η προετοιμασία μας και όταν κάτι δεν γίνεται με τους ρυθμούς που έχουμε μάθει, προκύπτει το πρόβλημα. 
Δεν θα σταθώ σε αυτό, γιατί το τελικό αποτέλεσμα, από το σύνολο των παραστάσεων αυτού του κύκλου, ήταν πάρα πολύ θετικό και ενθαρρυντικό. 
Μπορέσαμε και αποδείξαμε - πρώτα στον εαυτό μας - πως το έργο μπορεί να σταθεί και έξω από το φυσικό του χώρο,  την ερειπωμένη 2η πτέρυγα του πέτρινου κτηρίου του πρώην Σανατορίου, όπου θα συνεχίσει την πορεία του το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου.
Η κάθε παράσταση, είχε το δικό της φορτίο, που δημιουργήθηκε μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με τους θεατές. Προσωπικά, με έχει μαγέψει ο τρόπος που συμμετείχαν. 
Θα περιμένω να δω μήπως εμφανιστούν και άλλες καταθέσεις, σαν και αυτή του Θόδωρου που παραθέτω και τον ευγνωμονώ γι' αυτό:

                                                                              
 Ο κόμπος στο λαιμό που είχε καιρό να έρθει,ήρθε...
Καλεσμένος στο διατηρητέο της οδού Εδέσσης 6 από την Θεατρική ομάδα <ΛΗΝΟΣ> ,μόλις έφτασα στο χώρο ένοιωσα πως η βραδιά θα ήταν ξεχωριστή.Οι θεατές αν και έπρεπε να μη ξεπερνούσαν τους 33 για λόγους καλής ακρόασης, μοιραία ήταν 55.Το βασικό θέμα του ΕΡΓΟΥ ήταν η όσο πιο πιστή περιγραφή της κατάστασης που υπήρχε στο σανατόριο Ασβεστοχωρίου στη δεκαετία του ΄30. Είναι το Παπανικολάου που πηγαίνουμε τώρα εμείς πανικόβλητοι μετά από κάποια κρίση άγχους η κάποια έξαρση αλλεργίας...Άνθρωποι βολεμένοι -που επωφελούνται από τη δυστυχία των φυματικών-νομίζουν πως είναι άτρωτοι,αναθεματίζουν τους <χτικιάριδες>. Όχι, το μεταναστευτικό δεν έχει σχέση,μη ταράζεστε.
Οι απλοί μονόλογοι δίνουν με απόλυτη γλαφυρότητα ,την απαξίωση και εκμετάλλευση των ανθρώπων αυτών.Είναι αδύνατον να μη δεις τα δακρυσμένα μάτια του αντικρινού σου.
Ο κόμπος στο λαιμό είναι παρόν.
Όταν οι <άτρωτοι>,παύουν να είναι άτρωτοι και νοσούν,βλέπουν τα πράγματα ,αλλιώς...


                                      
Μια προσωπική μου διαπίστωση. Για την παράσταση αυτή, είχα στείλει προσκλήσεις σε διάφορους διαδικτυακούς και όχι μόνο φίλους. Δεν ανταποκρίθηκε κανείς. Κρίμα, γιατί αυτοί έχασαν...

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ



Πίστευε όπου θες!
Άσε όμως και τον άλλον να πιστεύει εκεί που θέλει.
Ή να μη πιστεύει!
Ο φανατισμός, είναι ο χειρότερος τρόπος να υπηρετείς τον Θεό που πιστεύεις.
Τον όποιο Θεό!
Ειρήνη σε αυτούς που έφυγαν με βάναυσο τρόπο.
Ειρήνη σε αυτούς που παλεύουν να κρατηθούν στη ζωή με τα τραύματά τους.
Ειρήνη σε αυτούς που την αναζητούν.
Ειρήνη σε αυτούς που την πολεμούν.




Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ



Άγγελος Ευθυμιάδης




Ας χαθούν όπως ήρθαν

χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες.Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και τόσο ξεχωριστές.
Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν..
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση
ακριβώς όπως ήρθαν.

(Δεν θυμάμαι, Ξέχασα σελ. 29)


Απόστολος Λυκεσάς





Χελιδόνια

Αμετανόητοι εμείς.
Θα περάσουμε και φέτος απέναντι
όπου μοσχοβολούν φούλια αράπικα
κι ας αστράφτουν απειλητικά γιορντάνια
από μασέλες ανθρωποφάγων.

(Στυμφαλίδες όρνιθες σελ. 30)

ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΛΗΣ






ΑΔΙΚΑ ΠΑΠΠΟΥ

Σήμερα ήρθα εδώ για να σου πω παππού
ο κόσμος δεν είναι τελικά όπως μου έμαθες
κι εγώ γερνάω

δεν έχω τις ίδιες αντοχές όπως παλιά
που σκαρφαλώναμε τα βράχια στο νησί
κι όποιος ανέβαινε πρώτος κάρφωνε τη σημαία

τα πόδια μου δεν με κρατάνε πια, παππού
κι η αναπνοή βαραίνει
κανείς από τους επόμενους 
γυρνάω να δω και πάλι μονάχος παππού
στο μονοπάτι

τι έγινε
εσύ ποτέ δε μου είπες ψέματα
πως έγινε έτσι ο κόσμος και που ήμουνα εγώ την
     ώρα που άλλαζε
Θα φύγω τώρα
χωρίς απάντηση ούτε ένα σχέδιο επιβίωσης

ήθελα να το ξέρεις
πως ίσως άδικα χάλασες τα κόκκαλά σου εκεί
και το άσθμα σου άδικα κι αυτό
κι εκείνη η πρώτη αγάπη σου που έχασες
όταν σε πρωτοπήραν 
άδικα κι αυτή

οι αδιάφοροι οι εαυτούληδες οι συμφεροντολόγοι
   και οι γλείφτες
επιβιώνουν παππού

κι εγώ απλά γερνάω

κι οι γέροι πεθαίνουνε παππού
δεν κάνουν επανάσταση

(Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ & άλλα κείμενα σελ. 27)



Ο χαμένος καιρός δεν χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
κι εμείς πληρώνουμε.

Όλα τελικά
επιστρέφουν σε μας.

Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δεν χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
ζητάει δύναμη για  λύτρα
και εμείς πληρώνουμε.

Όλα τελικά
επιστρέφουν σε μας.

Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
τα λόγια που δεν είπαμε
τα απραγματοποίητα θαύματα
οι γιορτές που αναβλήθηκαν
οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
δεν χάθηκαν.
Κάποιος θεός τα φροντίζει.

Όλα τελικά
επιστρέφουν σε μας

(Σάλια μισόλογα και τρύπιοι στίχοι σελ. 33)




Όσο κι αν κλαίμε
το τρένο θα φύγει ασυγκίνητο.
Ο σταθμός τυλιγμένος,
απ' τους θυμωμένους καπνούς της νιότης
θα ερημώσει.
Το βιβλίο θα πεταχτεί στις λάσπες
και ο αγέρας
θα ξεφυλλίζει αδιάφορα
τις σελίδες του!

(Το αγκάθι σελ. 57)



Άλλη μια μέρα
με τον ήλιο της
που δεν μπορούμε
να τη ζήσουμε
να τη χαρούμε.
Ενώ την έχουμε δική μας
την αγνοούμε
με τον ήλιο μαζί,
την καρτερούμε
σά να ΄ναι ακόμη γύρω μας
η νύχτα.

(Ποιήματα 165 - 1985 σελ. 106)




Τότε, φωνάζω δε θέλω τη νύχτα
καμιά νύχτα
μου φτάνει η μέρα,
ο γαλάζιος ουρανός,
ο ήλιος,
τα μεστωμένα στάχυα,
τα σπαργωμένα μαστάρια της γης
κι οι θρουφαντές κοπέλες.
Μου φτάνουν η αυγινή δροσιά
και η μαγεία του πρωινού,
που μου ξαποσταίνουν.
Μου φτάνουν τα κογχύλια,
τα ξεπλυμένα βότσαλα,
οι αστερίες,
τα κοράλλια,
που μαζεύω για τα παιδιά
και η ψυχή μου ευωδιάζει αρμύρα,
χώμα και χλόη,
πέτρα και ξύλο,
φθορά και αφθαρσία,
γη και ουρανό
ερμηνεύοντας το ανερμήνευτο,
το Θείο,
τ' ανθρώπινο.

(Οράματα στους δρόμους σελ. 33)



Αν

Αν δεν βρήκες καιρό να αφουγκραστείς ένα αηδόνι,
αν δεν προσπάθησες να μάθεις πως λεν τα μυστικά τους τα πουλιά,
πως τη λέξη "σε αγαπώ",
αν αδιάφορος προσπέρασες ένα αγριολούλουδο
που έβαλε τα καλά του κι αρωματίστηκε,
για να αποσπάσει την προσοχή σου,
αν δεν πρόσεξες πως γνέφει καλεστικά η σαύρα,
αν σε άφησαν αδιάφορο τα χερουβικά των εντόμων,
αν ποτέ δεν άπλωσες τις αντένες σου
για τα άπιαστα των ουρανών σήματα,
αν δεν έμαθες να χρησμολογείς,
πώς ελπίζεις να σωθείς απ' το λιμό χαράς
και πώς ν' απαλλαγείς
από το σύμπλεγμα του καταδιωκόμενου;

(Στίχοι πάνω στην άμμο σελ.231)