Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ



Άγγελος Ευθυμιάδης




Ας χαθούν όπως ήρθαν

χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες.Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και τόσο ξεχωριστές.
Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν..
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση
ακριβώς όπως ήρθαν.

(Δεν θυμάμαι, Ξέχασα σελ. 29)


Απόστολος Λυκεσάς





Χελιδόνια

Αμετανόητοι εμείς.
Θα περάσουμε και φέτος απέναντι
όπου μοσχοβολούν φούλια αράπικα
κι ας αστράφτουν απειλητικά γιορντάνια
από μασέλες ανθρωποφάγων.

(Στυμφαλίδες όρνιθες σελ. 30)

ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΛΗΣ






ΑΔΙΚΑ ΠΑΠΠΟΥ

Σήμερα ήρθα εδώ για να σου πω παππού
ο κόσμος δεν είναι τελικά όπως μου έμαθες
κι εγώ γερνάω

δεν έχω τις ίδιες αντοχές όπως παλιά
που σκαρφαλώναμε τα βράχια στο νησί
κι όποιος ανέβαινε πρώτος κάρφωνε τη σημαία

τα πόδια μου δεν με κρατάνε πια, παππού
κι η αναπνοή βαραίνει
κανείς από τους επόμενους 
γυρνάω να δω και πάλι μονάχος παππού
στο μονοπάτι

τι έγινε
εσύ ποτέ δε μου είπες ψέματα
πως έγινε έτσι ο κόσμος και που ήμουνα εγώ την
     ώρα που άλλαζε
Θα φύγω τώρα
χωρίς απάντηση ούτε ένα σχέδιο επιβίωσης

ήθελα να το ξέρεις
πως ίσως άδικα χάλασες τα κόκκαλά σου εκεί
και το άσθμα σου άδικα κι αυτό
κι εκείνη η πρώτη αγάπη σου που έχασες
όταν σε πρωτοπήραν 
άδικα κι αυτή

οι αδιάφοροι οι εαυτούληδες οι συμφεροντολόγοι
   και οι γλείφτες
επιβιώνουν παππού

κι εγώ απλά γερνάω

κι οι γέροι πεθαίνουνε παππού
δεν κάνουν επανάσταση

(Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ & άλλα κείμενα σελ. 27)



Ο χαμένος καιρός δεν χάνεται
Οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
Κάποιος θεός τις συμμαζεύει
Ζητά πίστη για λύτρα
κι εμείς πληρώνουμε.

Όλα τελικά
επιστρέφουν σε μας.

Τα δάκρυα σαν εξατμίζονται δεν χάνονται
Η θλίψη που σκορπάμε επιζεί
Κάποιος θεός τη συγκεντρώνει
ζητάει δύναμη για  λύτρα
και εμείς πληρώνουμε.

Όλα τελικά
επιστρέφουν σε μας.

Τα όνειρα που εγκαταλείψαμε
τα λόγια που δεν είπαμε
τα απραγματοποίητα θαύματα
οι γιορτές που αναβλήθηκαν
οι αστερισμοί που αγνοήθηκαν
τα ταξίδια που ακυρώθηκαν
δεν χάθηκαν.
Κάποιος θεός τα φροντίζει.

Όλα τελικά
επιστρέφουν σε μας

(Σάλια μισόλογα και τρύπιοι στίχοι σελ. 33)




Όσο κι αν κλαίμε
το τρένο θα φύγει ασυγκίνητο.
Ο σταθμός τυλιγμένος,
απ' τους θυμωμένους καπνούς της νιότης
θα ερημώσει.
Το βιβλίο θα πεταχτεί στις λάσπες
και ο αγέρας
θα ξεφυλλίζει αδιάφορα
τις σελίδες του!

(Το αγκάθι σελ. 57)



Άλλη μια μέρα
με τον ήλιο της
που δεν μπορούμε
να τη ζήσουμε
να τη χαρούμε.
Ενώ την έχουμε δική μας
την αγνοούμε
με τον ήλιο μαζί,
την καρτερούμε
σά να ΄ναι ακόμη γύρω μας
η νύχτα.

(Ποιήματα 165 - 1985 σελ. 106)




Τότε, φωνάζω δε θέλω τη νύχτα
καμιά νύχτα
μου φτάνει η μέρα,
ο γαλάζιος ουρανός,
ο ήλιος,
τα μεστωμένα στάχυα,
τα σπαργωμένα μαστάρια της γης
κι οι θρουφαντές κοπέλες.
Μου φτάνουν η αυγινή δροσιά
και η μαγεία του πρωινού,
που μου ξαποσταίνουν.
Μου φτάνουν τα κογχύλια,
τα ξεπλυμένα βότσαλα,
οι αστερίες,
τα κοράλλια,
που μαζεύω για τα παιδιά
και η ψυχή μου ευωδιάζει αρμύρα,
χώμα και χλόη,
πέτρα και ξύλο,
φθορά και αφθαρσία,
γη και ουρανό
ερμηνεύοντας το ανερμήνευτο,
το Θείο,
τ' ανθρώπινο.

(Οράματα στους δρόμους σελ. 33)



Αν

Αν δεν βρήκες καιρό να αφουγκραστείς ένα αηδόνι,
αν δεν προσπάθησες να μάθεις πως λεν τα μυστικά τους τα πουλιά,
πως τη λέξη "σε αγαπώ",
αν αδιάφορος προσπέρασες ένα αγριολούλουδο
που έβαλε τα καλά του κι αρωματίστηκε,
για να αποσπάσει την προσοχή σου,
αν δεν πρόσεξες πως γνέφει καλεστικά η σαύρα,
αν σε άφησαν αδιάφορο τα χερουβικά των εντόμων,
αν ποτέ δεν άπλωσες τις αντένες σου
για τα άπιαστα των ουρανών σήματα,
αν δεν έμαθες να χρησμολογείς,
πώς ελπίζεις να σωθείς απ' το λιμό χαράς
και πώς ν' απαλλαγείς
από το σύμπλεγμα του καταδιωκόμενου;

(Στίχοι πάνω στην άμμο σελ.231)
Δημοσίευση σχολίου