Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

ΠΡΩΤΗ ΓΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ




Εισαγωγή –
1η θεματική ενότητα
Παιδική ηλικία – οικογένεια – χωριό



Φίλες και φίλοι,
Ο πολιτιστικός σύλλογος Παλαιοκάστρου ΤΑ ΑΗΔΟΝΙΑ σας
καλωσορίζει στον προαύλιο χώρο του σχολείου του παλαιού χωριού.
Σε αυτόν τον χώρο και σε αυτό το σχολείο το 1936 ο Αργύρης Μπαρής έκανε τα πρώτα του βήματα προς την γνώση.
Εδώ πρωτοκοίταξε κατάματα την ιστορία.
Εδώ πρωτοέπεξε με τον Θεό.
Σε αυτό τον τόπο πήδηξε το πρώτο συρματόπλεγμα.
Εδώ ξεκίνησε την εσωτερική του αναζήτηση.
Εδώ η ανάβρα της αυλής του.
Σε αυτό το χωριό χτίστηκαν οι μνήμες του.
Ας αφήσουμε τον ποιητικό του λόγο, να μας ξεναγήσει σε έννοιες που λείπουν από την ζωή μας και η απουσία τους την έχουν καταστήσει φτωχότερη.
Ας αφοσιωθούμε στην ποίηση του Αργύρη Μπαρή, καταβάλλοντας το μόνο αντίτιμο που απαιτεί η βραδιά.
Την ησυχία.
Είναι απαραίτητη για όλους μας.



Εγώ τον Θεό τον συναντώ
στα παιδικά μου χαμόγελα
διάφανο κι αθώο σαν παιδί
και θέλω τόσο να παίζω μαζί του!
Να παίζω.
Τίποτε άλλο.


Το σπίτι μας και οι τοίχοι του
το πρώτο συρματόπλεγμα
που πήδηξα.
Έτσι ξεκίνησα
μ’ ένα όνειρο παραμάσχαλα
κι ένα θολό φεγγάρι συντροφιά.
Χωρίς όνειρα
δεν ξημερώνει.
Η αθωότητα οι πρώτες χειροπέδες
που μου πρωτοπέρασε η μάνα μου.
Η αγνότητα κληρονομιά,
χωρίς κάμες και κουμπούρια,
δεν μ’ άφησε χέρια για γροθιές
μα εγώ πάλι την φορώ
καταμεσής στο κούτελό μου.
Η αθωότητα δώρο
της μάνας και του πατέρα.
Υποκλίνομαι .
Οι καταβολές μου ριζωμένα πουρνάρια
και λιόδενδρα,
απ’ τη βραχόριζα του πατέρα
και το προζύμι της μάνας.
Θ’ αντέξω.
Περιμένω μέρες ξέστηθες, μ’ ανοιχτά τα πουκάμισα.
Γαλακτοφόρες.


Χρόνια σκάβω το πρόσωπό μου
για να φυτρώσουν πανσέδες,
γιασεμιά και όμορφα ζουμπούλια.
Σκάβω το πρόσωπό μου
για ν’ αγναντέψω το πέρα,
το θείο,
το τίποτα,
το άπαν.
Σκάβω το πρόσωπό μου
και τις έναστρες βραδυές
βγάζω στο σκάρο
καμιά δεκαριά αστέρια
κι ύστερα κοιμάμαι σαν παιδί,
όπως τότε δίπλα στο κοπάδι του πατέρα
και τα μαντρόσκυλα.
Χωρίς να ερμηνεύω
ή να καταλαβαίνω
απλώς ψηλαφίζοντας το πέρα,
το θείο,
το τίποτα,
το άπαν.
Έβγαλα την καρδιά μου στον ήλιο
και σίμωσα το Θεό.



Ο πατέρας μου πριν από το πόλεμο
μοσχοβολούσε σταρένιο χωριάτικο πλαστό.
Ο πατέρας μου στην κατοχή,
Όταν πεινούσαμε
άπλωνε τα χέρια του στον ουρανό
σα στην κληματαριά της αυλής μας.
Έκοβε ένα τσαμπί αστέρια
μας τα πρόσφερε
μας κοίταζε στα μάτια
και αιμορραγούσε.
Ο πατέρας μου μου χάρισε
την πανσέληνο του μετώπου μου.




Την μάνα μου δε την πολυγνώρισα
Χάθηκε στην κατοχή
ίδιο εξωκκλήσι παραμονή γιορτής
μοσχοβολούσε φρέσκον ασβέστη.
Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία της.
‘Ετσι σα μένω μόνος
μαζεύω τα σκόρπια μέλη
και τα χλωμά στήθια
των Αμαζόνων της κατοχής
και φτιάχνω το κορμί της.
Ύστερα παίρνω ένα ολόγιομο φεγγάρι
και μαστορεύω το πρόσωπό της
να με φωτίζει στο δρόμο μου.
Η μάνα μου όταν ήμουν μικρός
φύτεψε πεντέξι γιασεμιά στα στήθια μου
Όταν αργότερα άνθισαν
κάποιοι κάτω από το φως του φεγγαριού
τα κούρσεψαν.
Γιατί τα κούρσεψαν?


Η ανάβρα της αυλής μας
είναι πάντα πεντακάθαρη και γελαστή.
Παίζει χίλια παιχνίδια με τον ήλιο.
Κουβεντιάζει με τα πουλιά,
τον πλάτανο, τον αγέρα.
Με καλημερίζει κάθε πρωί.
Έχει ένα χορευτικό ρυθμό
Την παρακολουθώ.
Τη μελετώ.
Είναι μαστόρισσα
θέλω να μάθω την κουβέντα της,
τη διαλεκτική της.
Θα τη μάθω?
Έχω κι εγώ πλατάνια κι όνειρα πολλά μέσα μου.


Στο χωριό μου οι πέτρες
μιλούν με τη φωνή του πεθαμένου παππού μου.
Όταν τις πατώ αιμορραγούν
σαν τις ροζιασμένες πατούσες του,.
Στο χωριό μου εκτός από τα ρυάκια,
τα λαγγάδια, τα πουλιά, τα βουνά
που μιλούν με τη φωνή του Θεού
άλλα, τ’ άλλα και κύρια οι συμπατριώτες μου
σιωπούν και κάπου – κάπου βαρυαναστενάζουν.


Το χώμα μου
Χολομωντίσια αγριορίγανη κι αμάραντα
κληρονομιά των παππούδων
και πέτρες άξεστες
απ’ τα νταμάρια του χωριού μου,
γι’ ασβέστη πολλαπλών χρήσεων.
Αυτός είμαι εγώ
αν δεν σας πειράζει
ακόμα θα ξυπνώ μεσ’τ’όνειρό μου.
Δεν ξέρω τρόπους
ν’ αποστώ από τις ρίζες μου.
Δεν ξέρω τρόπους
να μην είμαι ο εαυτός μου.
Ο κάτσακας του χωριού μου είναι η ψυχή μου
που δεν μπόρεσα να πάρω μαζί μου
στις μετοικίσεις μου.


Σήμερα ξεφύλλισα τον εαυτό μου
ξεσκόνισα τις σελίδες του.
Είχαν κιτρινίσει από τον χρόνο
σαν τα παλιά χαρτιά του τζακιού μας.
Βρήκα την καρδιά μου με την μαθητική ποδιά του 44.
Τότε μόλις συλλάβιζε την αγάπη.
Βρήκα τις φλέβες μου απλωμένα αρδευτικά κανάλια.
Βρήκα τα κάτασπρα παιδικά μου μπράτσα,
λερωμένα μονάχα από τις λάσπες των παιχνιδιών,
γύρω από την μέση του κόσμου.
Βρήκα τα’ όνειρα τα παιδικά με τα πλατιά φτερά
φτερούγες κλώσσας,
στέγαζαν της γης τους καταφρονεμένους,
βρήκα το αίμα μου κομμένο,
χωρίς την σπιρτάδα της νιότης.
Βρήκα ένα κούτσουρο
που καμιά άνοιξη δεν το βλασταίνει.

Η ΜΠΡΕΝΤΑ (τραγούδι 1ης ενότητας)

Από την Ελένη Ρόκου

Σηκώνουμαι πρωί – πρωί τρεις ώρες πριν να φέξει
παίρνω νερό και νίβουμαι. (δις)
και τ’ άρματά μου ζώνω
και παίρνω δίπλα τα βουνά (δις)
δίπλα τα κορφοβούνια
βρίσκω λημέρι αντάρτικο (δις)
τον Κώστα μας να κλαίνε, τον Κώστα μας τον αρχηγό.
Σήκω βρε Κώστα αρχηγέ , σήκω να πολεμήσεις
γιατί μας πιάσαν ζωντανούς (δις)
και πάν’ να μας κρεμάσουν.
Παιδιά μ’ σας λέγω δεν μπορώ (δις)
και σεις μου λέτε σήκω
για πιάστε με να σηκωθώ (δις)
και βάλτε με να κάτσω
και δώστε με τ’ αυτόματο (δίς)
να το πυκνολαλήσω
να κάνω τα βουνά να κλαιν (δις)
τα έλατα να τρίζουν
και οι κάμποι να μαραίνονται (δις)
απ’ το βαρύ μου βόλι.
Παιδιά μ’ σαν πάτε στο χωριό (δις)
μην πείτε πως σκοτώθηκα, πείτε πως παντρεύτηκα.
Κι’ έχω την Μπρέντα πεθερά (δις)
την μαύρη γη γυναίκα
και τούτα τα χαμόκλαδα (δις)
αδέλφια και ξαδέλφια
Παιδιά μ’ σας λέγω δεν μπορώ.


2η θεματική ενότητα
Αγώνες – διώξεις – φυλακή



Όπως αντιληφθήκατε από τα λόγια του τραγουδιού, μπαίνουμε στην πιο δύσκολη περίοδο της ιστορίας του τόπου μας.
Ο Αργύρης Μπαρής , από τα νιάτα του αποφάσισε να λάβει ενεργά μέρος στην διαμόρφωση της ιστορίας αυτού του τόπου.
Όπως εύστοχα αναφέρει ο ίδιος, η ιστορίες είναι παιδιά των νικητών και έχουν συγκεκριμένους επικαρπωτές.
Έτσι, κάποιοι αποφάσισαν, πως η δράση του νέου αυτού ανθρώπου που υπηρετώντας τις ιδέες του διακινούσε προκηρύξεις, έπρεπε να τιμωρηθεί με καταδίκη σε θάνατο με τον περιβόητο νόμο 509.
Δήμιοι της άνοιξης και της ζωής κούρσεψαν τα νιάτα του.
Περιμένοντας ξάστερες μέρες, έκανε τις εξομολογήσεις του στην εποχή της σιωπής.
Με ασυμβίβαστη συνείδηση έζησε τους εφιάλτες του.
Μέθυσε ζωή ποτίζοντας κατακόκκινες παπαρούνες και ζωγραφίζοντας χειμωνιάτικες βυσσινιές.
Δεν υπάρχει καταλληλότερος άνθρωπος από την Ασπασία Καρρά να μας πει δύο λόγια για αυτήν την περίοδο της ζωής του.
Κατόπιν ο ίδιος ο ποιητής με τα ποιήματά του, της δεύτερη θεματικής ενότητας, Αγώνες – διώξεις – φυλακή, θα μας δώσει το στίγμα της εποχής .

2.Αγώνες – διώξεις - φυλακή


Με πόδια κρανιάς
και δρύινα χέρια, ξεκίνησα.
Οι μενεξέδες άνθισαν αργότερα στην καρδιά
τότε που τα χαράματα ξυπνούσα μαζί με τα πουλιά
και ζευγάρωνα με την αυγή
να γεννηθούν ξάστερες μέρες,
ασύμβατες,
παρθενικές,
ατέλειωτες,
θνητές.


Φράξαν την ζωή
με λογής- λογής φαρμακερά φίδια.
Βόσκησαν τις καρδιές
κι άρδεψαν τη σκέψη με βιβλικές ρήσεις.
Πότισαν τη νύχτα με στειρωτικά,
συντήρησαν τον χειμώνα μ’ ενέσεις.
Πάτησαν χιλιάδες και χιλιάδες λουλούδια
ήθελαν την άνοιξη κάτω από την πατούσα τους.
Μα ποιος θα φράξει τις εφηβικές μας φλέβες?
Ποιος θα κάνει τις παιδικές καρδιές μας
να μην αγαπούν?


Χαμένος στ’ αναπλήρωτα
τις πιο αληθινές μου εξομολογήσεις
τις έκανα στον ύπνο μου,
σ’ όσους δε θα ξανάβλεπα,
στους νεκρούς μου
και στα πεθαμένα σπουργίτια
του χιονιά και της ξόβεργας.


Είχα μια μαργαρίτα
ποιος μου την μάδησε?
Ποιος έφτασε στην καρδιά μου.
Ποιος?
Η εποχή της σιωπής
πέρασε.
Φωνάξτε.
Είναι πρωί.
Δεν υπάρχουν περιθώρια για ύπνο.


Επιμένουν
μα η συνείδηση είναι οι ρίζες του δένδρου
δεν σ’ αφήνει να πέσεις.
Οι ασυμβίβαστοι
μένουν όρθιοι κι ύστερα απ’ το θάνατο.
Θα κρατήσω?


Το πότε πρωτοπέθανα δεν το θυμάμαι.
Θα το συναντήσεις στην πορεία μου
μετρώντας τις αναστάσεις μου.
Εκείνο που κρατώ είναι
ότι μια ζωή διψούσα
και το νερό πότε γλιστρούσε απ’ τις παλάμες μου
και πότε όταν έσκυβα στις πηγές
με πυροβολούσαν και ξυπνούσα.
Πάντως πέθανα πρόωρα
σα να’μουν ωραίος
ή σαν να μην ήταν πλάνη το Πάσχα
και η Ανάσταση.


Μέθυσα ζωή
Γαλαζοπράσινη,
κόκκινη καρτερώ,
μενεξεδιά,
αιθέρια,
γήινη,
με καθαρό οξυγόνο
και φύση ζεστά φιλική.
Μέθυσα ζωή βαρύ το «κρίμα μου».
Παίζοντας στρίμωξα το θάνατο.
Και πέρασε η ζωή.


Προσοχή.
Αυτές οι παπαρούνες
είναι δικές μου.
Καταδικές μου.
Κληρονομιά των συντρόφων μου.
Χρόνια και χρόνια
ανοίγω τις φλέβες μου
και τις ποτίζω
να τις κρατώ
ζωντανές.
Όπως εκείνοι.
Δεν τις αφήνω.


Ακολουθήσαμε τυφλά
Εμείς που δεν δέσαμε τα μάτια μας
στις Κέρκυρες
τώρα, οι μνήμες
ας γίνουν φως,
σπόρος,
στήθος για βύζαγμα.


Το φίμωτρο είναι για τα σκυλιά.
Εμένα γιατί μου το φόρεσαν?
Δεν φτάνει της λογικής
που από παιδί μου φόρεσε η μάνα μου?


Έτσι είμαι εγώ.
Το χειμώνα ζωγραφίζω
ανθισμένες βυσσινιές
κι ανασαίνω άνοιξη.


Συνέχισε το παραμύθι παππού
Μαγεύομαι απ’ το χάδι και τα φτερά του.
Θέλω να κοιμηθώ όπως τότε.
Με όλα τα παράθυρα ανοιχτά.
Να μπαινοβγαίνει το φεγγάρι
να με φωνάζει με το μικρό μου όνομα
κι εγώ να το παίρνω απ’ το χέρι
και να το σεργιανώ
πότε στο κήπο της αυλής μας
και πότε στις θεοσκότεινές μου γωνιές.
Έλα παππού συνέχισε το παραμύθι.
Οι ιστορίες με προβληματίζουν
είναι παιδιά των νικητών
κι έχουν συγκεκριμένους επικαρπωτές.
Τις φοβούμαι
θεωρούνται αυτονόητες
με σφραγίδες εξουσίας
και χωρίς υποθήκες αρχών.
-----------------------------------

ΤΡΑΓΟΥΔΙ 2ης θεματικής ενότητας
Του ναύτη η μάνα η δόλια (ερμηνεία: Γιώργος Σεραφείμ)
παραδοσιακό
Του ναύτη η μάνα η δόλια ζύμωνε
ε ρε το γιο της παξιμάδι
και με τα δάκρυα η δόλια ζύμωνε

και με τα δάκρυα η δόλια ζύμωνε
ε ρε και με τα μοιρολόγια
φούρνε μ’ καλά να ψήσεις το ψωμί

φούρνε μ’ καλά να ψήσεις το ψωμί
ε ρε καλά να το ροδίσεις
γιατί ο γιός μου θα ξενιτευτεί

γιατί ο γιός μου θα ξενιτευτεί
ε ρε θα πάει μακριά στα ξένα
στα ξένα μάνα μ’ και στ’ αλαργινά

θα κάνεις μάνα μ’ χρόνια να με δεις
ε ρε χρόνια να πάρεις γράμμα
κι όταν θα έρθει μάνα μ’ η Λαμπρή

κι όταν θα έρθει μάνα μ’ η Λαμπρή
ε ρε κι αυτή η άγια μέρα
τότε να πας μάνα μ’ στην εκκλησιά


τότε να πας μάνα μ’ στην εκκλησιά
ε ρε ν’ ανάψεις αγιοκέρι
να δεις μάνα μ’ και το στασίδι μου

να δεις μάνα μ’ και το στασίδι μου
ε ρε πως στέκει μαραμένο
η ξενιτιά μάνα μ’ το μάρανε
να δεις μάνα μ’ και την αγάπη μου
ε ρε γιατί είναι λυπημένη.


3η θεματική ενότητα
Οι δεκαετίες της ελπίδας και της διάψευσης



Το τραγούδι που προηγήθηκε, το τραγουδούσαν οι νέοι του χωριού, όταν ερχόταν η ώρα να αποχαιρετίσουν τ’ αγαπημένα τους πρόσωπα και να πάνε φαντάροι ή να ξενιτευτούν.
Είναι η εποχή που η Ελλάδα δεν μπορεί να θρέψει τα παιδιά της – όσα της απομείνανε – και τα στέλνει στην ξενιτιά.
Οι υπόλοιποι αρχίζουν να βλέπουν κάποιο φως να αχνοφέγγει στον ορίζοντα.
Χρόνια της προσμονής και της ελπίδας.
Με ανθισμένους δρόμους, φως, προσκλήσεις, ομφαλοσκοπήσεις, πολιτικές διαπιστώσεις, λέξεις, τραγούδια , παιδικά όνειρα και αγάπη για τα παιδιά.
Πολύ αγάπη για τα παιδιά.
Δεν λείπουν στιγμή από την σκέψη του ποιητή.
Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού ήρθαν και τα δικά του.
Η Εύη και ο Χρίστος.




Μ’ ένα κρίνο
θ’ ανοίξω το δρόμο
όχι με ρόδα.
Δεν είναι που δεν θέλω να πληγιάσω τα χέρια μου
Φτάνουν τα αίματα,
οι κάκτοι με τις ενστικτώδεις πανοπλίες.
Σπόρους θα σπείρω
ευγενικής ράτσας
Μ’ ένα λιλά γιασεμί
Με μια βελουδόχρωμη βιολέτα
Θ’ ανοίξω τον δρόμο.


Η φύση δεν δέχεται τ΄ αδιέξοδα
βρίσκει ένα δρόμο,
γιατί τη βαλσαμώνετε με χίλια αλάτια;
Δεν είμαι νεοσύλλεκτος
έχω περάσει από καιρό
την ηλικία των είκοσι χρόνων.
Δεν εκτελώ ασκήσεις ακριβείας
κι έχω πολλά κάστρα για γκρέμισμα.
Οι συγκινήσεις μου έγιναν ανυπάκουες
και τα κέντρα τους είναι μονάχα μέσα μου.
Φως ψάχνω
Φως
Το σκοτάδι είναι εξισωτικό


Η μάνα μου υποστήριζε
πως πολλοί με νανουρίζουν
γιατί μόνο όταν κοιμάμαι
κανέναν δεν ενοχλώ.


Η ψυχή μου κάθε πρωί δραπετεύει από τα καθημερινά
και μαζεύει πολύχρωμες πεταλούδες
αγριολούλουδα, νότες από ερωτευμένα κανάρια,
ηλιαχτίδες, στάχυα καρπερά
και υφαίνει το νέο πρόσωπο της ανθρώπινης άνοιξης.
Η ψυχή μοναχικό λουλούδι
από παιδικά δάκρυα και φρεσκολουσμένα πρωινά,
ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες και άνθη νερατζιάς
στο κάθε άγγιγμα ματώνει.
Δίνω τα χέρια μου
ν’ ανοίξουν οι ορίζοντες
ν’ απλώσει η φωνή μου
να γίνει προσάναμμα χαράς
και σπόρος.


Δεν έπαιξα ποτέ κρυφτούλι.
Έλα να κουβεντιάσουμε.
Δεν υπάρχουν μονάχα πεζοδρόμια
και μαρμαρένια αλώνια.
Έλα χωρίς σημαίες και λάβαρα,
χωρίς φορτίσεις γηπέδου.
Το τραπέζι μου είναι στρόγγυλο
κι οι γύρω καρέκλες άδειες.
Έλα …
Η αλήθεια μας,
μια πρώτη πατημασιά στο σκοτάδι
ποτισμένη μ’αγάπη
κι όνειρο.
Τίποτ’ άλλο.
Όλα τα’ άλλα, ήταν της νύχτας.
Δεν ήταν το πρόσωπό μας.


Εποχή άνυδρη
χωρίς Πυθίες και χρησμούς
και δεν ξέρω
από ποιους πρωτοκατοικήθηκα
από ποιους λεηλατήθηκα
και κύρια από ποιους μεταλλάχτηκα.
Αντάρτες άνεμοι κόπασαν μέσα μου
Κι ομφαλοσκοπώ στη νηνεμία
αιμορραγώντας μισοπεθαμένα όνειρα.


Οι θεοί μου
απλοί άνθρωποι,
με μάτια γεμάτα ουρανούς
και χείλη κεράσια.
Και μετά τον Χριστό
και μετά τον Μαρξ
παράμειναν
αγρότες
ψαράδες
λατόμοι.
η ομπρέλα
Ήρθε με μια ομπρέλα από πάνω μου,
πάρε την ομπρέλα σου, φώναξα.
Θέλω να γευτώ τη βροχή,
το ρίγος της παγωνιάς,
τη γύρη της άνοιξης,
τους κεραυνούς του καλοκαιριού,
θέλω ν’ ανασάνω τον ήλιο.
Δεν είμαι κισσός.
Δρυς Χολομωντίσιος είμαι,
Πάρε την ομπρέλα σου- συρματόπλεγμα
μου κρύβεις τον ήλιο.


Έψαξα πολύ να βρω λέξεις πράσινες,
κόκκινες, θρουφαντές σαν τα λαχανικά του κήπου μας.
Λέξεις φωτιά και αστροπελέκια,
που πυρπολούσαν και τις στάχτες τους,
φύτρωναν Φοίνικες,
μα ήταν όλες χλωμές,
κίτρινες και αναιμικές
σαν τα παιδιά της Μπιάφρα.
Με τόσες ξεριζωμένες φωνές,
χειρουργικές επεμβάσεις μη χειρουργών,
άσχετων γλωσσοπλαστών,
μαράθηκε η γλώσσα μας
έχασε το πρόσωπό της το ηλιοτρόπιο.
Δε θροίζει, και εμείς θέλουμε να ζήσουμε.


Δεν κρύβω κανέναν νεκρό μέσα μου
Πώς να με γνωρίσεις?
Μη με ψάχνεις στη σιωπή.
Στο αίμα των δεκαοχτάχρονων μπροστάρηδων
θα με βρεις.
Δεν είναι από πείσμα
κι εγωισμό.
Το παιδί
που είχα μέσα μου
είναι ακόμα παιδί.


Καρδιά μου πώς βουβάθηκες,
πώς στέκεις,
πώς δεν κρένεις.
Στενάζεις μόνο
κι αρχινάς το θλιβερό τραγούδι.
Το σφύριγμα του στόνου σου
Χαμένο αηδόνι, ταίρι.
Λαλείς , λαλείς σε ποιόν λαλείς
Ποιος τώρα, ποιος σ’ ακούει?
Μαύρα τ’ άστρα σου ουρανέ
Πλακώσαν την καρδιά μου.


Θέλω να ζήσω χωρίς συγγνώμες
χωρίς υπομνήσεις χρέους,
χωρίς αντιπαροχές σιωπής.
Μόνος
πλάι στα παιδικά όνειρά μου
Αλήθεια ποιος τα βαλσάμωσε?


Το ποτάμι που με παρέσυρε
ήταν θολό,
γλυκόπικρο,
ορμητικό,
σπάνια γαλήνιο,
μα πάντα μαγευτικό.
«ήταν αγάπη»
Αγάπη για τα παιδιά
που μοσχοβολούν μέντα,
γιασεμί,
θυμάρι,
αγιόκλημα,
αγριορίγανη,
και μοσχοκάρφια.
Αγάπη για τα παιδιά
με το νοτιά στα μάτια
που τραγουδούν,
παίζουν,
γελούν
σπέρνοντας τους δικούς τους σπόρους
χωρίς ανακυκλώσεις του παρελθόντος
κι η γειτονιά μοσχοβολάει
ομορφιά,
ελπίδα,
συνέχεια.
Αγάπη για τα παιδιά
που με την ανεμελιά τους
ανοίγουν τους ουρανούς
και βγαίνουν στο σεργιάνι νιόκοποι ήλιοι
που με κοινωνούν με το ανέκφραστο
το πέρα και μετά.
Αγάπη για τη ζωή
χωρίς επίθετα.


Tραγούδι 3ης ενότητας
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΠΠΕΙΣ


Ποίηση:Nicolaus Lenau (1802-1850)
Μετάφραση:Κώστας Καρυωτάκης
Σύνθεση – ερμηνεία:Γιώργος Εμμανουήλ


Αφού κι η τελευταία εχάθη μάχη,
τρεις ιππείς επιστρέφουνε μονάχοι.
Από βαθιές πληγές το αίμα ρέει
ζεστό, τ' άλογο σκύβει να το εισπνέει.
Από τη σέλα το αίμα τ' αναβάτου,
κι από τους χαλινούς, έφτασε κάτου.
Αγάλι αγάλι τ' άλογο πηγαίνει,
αλλά το αίμα τρέχει και πληθαίνει.

Οι τρεις ιππείς πηγαίνουν πλάι πλάι,
ο ένας στον άλλο γέρνει κι ακουμπάει.
Στο πρόσωπο κοιτάν ο ένας τον άλλο,
και λένε μ' αναστεναγμό μεγάλο:
Ο ένας:
-- Από μια κόρη τρυφερά αγαπούμαι,
γι' αυτό τώρα πεθαίνοντας λυπούμαι.
Ο άλλος:
--Έχω χτήματα πολλά, σπίτια, δάση,
κι η νύχτα έτσι νωρίς θα με σκεπάσει.
Και ο τρίτος:
--Δεν έχω πάρεξ το θεό του κόσμου,
αχ πόσο με φοβίζει ο θάνατός μου!

Και καθώς με τ' άλογα περνούνε,
τρία κοράκια γύρω τους πετούνε.
Τους μοιράζονται, κρώζοντας καθένα:
Δικοί σας οι δυο, κι ο τρίτος εμένα.


4η θεματική ενότητα
Φιλοσοφική αντιμετώπιση της ζωής


Το τραγούδι που ακούσαμε, είναι προϊόν της νιότης.
Εξαιρετική απόδοση των στίχων, από την μετάφραση του Κώστα Καρυωτάκη, και υπέροχη η μουσική σύνθεση -που έκανε στα χρόνια της εφηβείας του- και η ερμηνεία από τον Γιώργο Εμμανουήλ.
Μας εισάγει στην φιλοσοφική αντιμετώπιση της ζωής.
Φτάσαμε στην κορυφαία στιγμή της ποιητικής σκέψης του Αργύρη Μπαρή.
Εδώ θα συναντήσουμε την Φιλοσοφία να πηγάζει μέσα από την ποίηση.
Ο ποιητής αναζητεί, σπέρνει, διαπιστώνει με απίστευτη δύναμη σκέψης και μας προτρέπει να τον αναζητήσουμε και στις άγραφες, τις λευκές του σελίδες.
Αμαρτάνει και εξομολογείτε έτοιμος να ξαναμαρτήσει.
Ζωγραφίζει στο κύμα.
Ανακαλύπτει το αδηφάγο εγώ και την συγνώμη.
Την οικολογική μας συνείδηση πριν καν την ανακαλύψουν τα ΜΜΕ και την κάνουν προϊόν.
Ας τον απολαύσουμε.




Τι ψάχνεις,
κόψε το λώρο
Τ’ αναστήματα
δεν γίνονται με μητρικό γάλα.
Τα χέρια σου
είναι το παρόν
και το μέλλον.
Ελπίδα κι όνειρο μαζί
Τα πηγάδια για τις δίψες σου
είναι μέσα σου.
Τι ψάχνεις?



Δεν περιμένω το φθινόπωρο για την σπορά.
Όταν ο ουρανός κρυώνει
κι η γη και τα’ αστέρια έχουν παγωνιά.
Εγώ σπέρνω στις καρδιές των παιδιών.
Κουβεντιάζω με τα λουλούδια.
Τραγουδώ με τους θεούς,
Παίζω κρυφτούλι μαζί τους.
Τρυγώ τον Αυγερινό,
Έχω τις πούλιες του φεγγαριού στα χέρια μου.
Είμαι τρελός.
Είμαι παιδί.
Οι ρυτίδες σας δεν έφτασαν στην καρδιά μου.
Σπέρνω.
Είμαι λεύτερος.


Δεν ξέρω την γλώσσα της ζωής. .
Οι λέξεις είναι γριές.
Πώς να τις εμπιστευτώ?
Μην καρτερείτε συμβουλές.
Δεν έχω τίποτα να σας διδάξω.
Πάντα με προλαβαίνουν τα γεγονότα.
Μην ακουμπάτε μονάχα στην πείρα.
Χρειάζεται ανυπακοή στη μοίρα για να δημιουργήσεις.


Μη μετράς τις ρυτίδες μου.
Ο χρόνος ροκανίζει
όσους έχουν αφετηρίες.
Της καρδιάς μου η αλκή
είναι ζυμωμένη μ’ αγάπη,
που φορτίζει το αίμα,
τρελαίνει τον ήλιο
και κάνει τ’ όνειρο φως.


Απ’ ότι κρατώ
μονάχα ο ουρανός είναι δικός μου.
Τίποτ’ άλλο.
Κι αυτός χωράει και σένα
κι όλον τον κόσμο.


Η καμπύλη δίνει δυνατότητες επιλογής
Η ευθεία είναι γεμάτη ενέδρες
κι εγώ θέλω να περάσω.
Ο κόσμος είναι μεθοδικά φτιαγμένος
με χάρακα και κοντύλι
κι εγώ θέλω να περάσω.


Χαρτογράφησες τα όνειρά σου.
Έτσι αφυδατωμένος
δε θ’ αντέξεις.
Χωρίς μνήμη
δεν υπάρχει διάσταση χρόνου.
Χωρίς όνειρα μέλλον.

Αυτό που με τρελαίνει
είναι ό,τι όλα τα λουλούδια
έχουν κάτι από τ’ όνειρό μου.
Γιατί και πώς δεν ξέρω.
Όμως, κάθε φορά
που συναντώ άνθη
και παιδικά μάτια
ανακαλύπτω το Θεό.


Αυτά που θέλω να πω
δε λέγονται.
Είναι μεγάλα
σαν το γέλιο,
τις πληγές,
τη ζωή,
και το θάνατο.


Έχω τόσα πολλά
να σου δείξω.
Μα οι λέξεις νοθεύτηκαν.
Πώς να πιστέψεις
πως οι δικές μου
είναι ένα κομμάτι καρδιά
με ζωντανό αίμα?
Γι’ αυτό αν ποτέ με διαβάσεις
ψάξε με και στις άγραφες
τις λευκές μου σελίδες.
Μια και οι λέξεις
Όσο διαλεγμένες κι αν είναι,
δε χωρούν ούτε την ψυχή μου,
ούτε τον κόσμο
και δεν αποδίδουν το τραγούδι
του αίματός μου πιστά.


Όσες φορές χάνω τον δρόμο μου
ανεβαίνω σε νέες κορφές
κι όσες φορές ξεστρατίζω ξεδιψώ.
Έτσι μετά από κάθε «αμαρτία»
γυρίζω γεμάτος διάθεση για εξομολόγηση
ώριμος και πιο σοφός
έτοιμος να ξαναμαρτήσω.


Τ’ αποφάσισα
θα γκρεμίσω τον Όλυμπο
κι ένα κομμάτι του Ουρανού.
Γελάτε?
Τα ποιο γελοία πράγματα της ζωής είναι τα σοβαρά,
τα πιο αναθεωρήσιμα τα λογικά,
τα πιο άγνωστα τα γνωστά,
τα πιο αιώνια τα αενάως φθαρτά.
Η μάνα μου δίπλα μου μ’ ακούει κι ανησυχεί
κι όλο ψιθυρίζει
«κοιμήσου παιδί μου , κοιμήσου»


Ζωγράφιζε πλάι στο κύμα
αδυναμία του παλιά
αρνούμενος ν’ αθροιστεί,
όμως το κύμα
χωρίς διάκριση
χαλούσε τα σχέδιά του,
υπονόμευε τη θέση του,
τον στοίβαζε στους σωρούς,
τον ισοπέδωνε
κι αυτός ατάραχος επέμενε
πάντα δίπλα στην αγάπη του
το κύμα.


Γιός της γής
τη γη ζαλώθηκα και κουβαλώ
και πάνω της ρίχνω το ερωτικό μου πουκάμισο
να μην κρυώνει.
Να μας ζεσταίνει.
Να υπάρχει
για να υπάρχουμε.


Αδυναμία μου τα γυμνά
της φωτιάς και της τρέλας.
Φόβοι μου τα’ αδηφάγο μου εγώ,
που δε μ’ αφήνει να μεγαλώσω
να περάσω στους απέναντι, τους άλλους
να γευτώ τις παρορμήσεις του πλήθους,
να μεθύσω με τα πάθη του.
Να οιστρηλατηθώ με τα μεράκια του
για να μην ξαναμπεί μπροστά μου
να με τρικλοποδιάσει στον έρωτα
στην αγάπη,
στην ομορφιά,
στη ζωή,
στην παραδοχή του άλλου,
στη συγνώμη.
Η συγνώμη πρώτη συστολή του εγώ μας
και προτεραιότητα.
Ανατολή και γέννα.


Έτσι απλά, σα νάταν στο χέρι του,
μ’ ένα σφουγγάρι διέγραψε το μαύρο,
κάθε μαύρο ως και την νύχτα.
Άντε τώρα ν’ αξιολογήσεις το λευκό,
να χαρείς το μεγαλείο της μέρας
χωρίς το θάμβος της νύχτας,
χωρίς το σκοτάδι και τη μαγεία του,
χωρίς το θάνατο τη ζωή.

Τραγούδι 4ης θεματικής ενότητας
Ερμηνευτής : Χαλήλ Μουσταφά
ΣΑΡΗ ΓΚΙΕΛΗΝ


Το Ερζουρούμ *
από αγορές και παζάρια αγκαλιασμένο
Λεϊλίμ αμάν, ξανθιά νύφη….
Μια κοπέλα περιφέρεται μέσα(η κοπέλα μου περιφέρεται μέσα)
Η γιαγιά σου να πεθάνει, ξανθιά νύφη…



Στα χέρια της χαρτί και μολύβι
Λεϊλίμ αμάν, ξανθιά νύφη…
Φιρμάνι του θανάτου μου γράφει (υπογράφει)
Η γιαγιά σου να πεθάνει
Ξανθιά νύφη…

Αρμενοτούρκικο παραδοσιακό


*Ερζερούμ: πόλη της Τουρκίας δίπλα στα σύνορα της Αρμενίας.

5η θεματική ενότητα
Εποχή της παγκοσμιοποίησης



Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης μας εισήγαγε ένα θαυμάσιο τραγούδι, που μας χάρισε ο αγαπημένος μας φίλος Χαλήλ Μουσταφά από την Κομοτηνή.
Ήταν ένα μοιρολόι της Αρμενίας.
Το επιλέξαμε σαν αντίβαρο της κενότητας της εποχής μας.

Η τελευταία ενότητα των επιλογών μας, μας φέρνει στο σήμερα.
Ο Αργύρης Μπαρής, αφού ορίζει τον ποιητή και εξομολογείτε την μυρωδιά της γραφής του, ψάχνει τα θύματα της στατιστικής.
Ιστορεί την καθημερινότητα με απόλυτη ποιητική απλότητα.
Διδάσκει χωρίς να κραυγάζει.
Συμβουλεύει χωρίς να κουνά το δάχτυλο.
Ο Αργύρης Μπαρής, μας αφήνει την ποίησή του, Φάρο στην απέραντη θάλασσα της ζωής μας, μη πέσουμε στις ξέρες της παγκοσμιοποίησης.




Οι ποιητές λένε ναι στα πάθη τους
Τρυγούν τα μικρά και καθημερινά,
ανακαλύπτουν το συμπαντικό
στ’ ασήμαντο
βρίσκουν τη γαλήνη στη συγνώμη
τη μεγαλωσύνη στον αλτρουισμό
το θείο στον έρωτα.
Οι ποιητές
ξεγελούν τον χρόνο
μένουν παιδιά.


Εξομολογούμαι : η γραφή μου
Θέλω να μυρίζει ιδροτίλα σκαφτιά και θεριστή,
να στάζει τον πόνο τους
νά ‘ναι σαν τις πληγές τους,
δροσερή σαν το πήλινο σταμνί
κάτω απ’ τον ίσκιο της αγριογκορτσιάς
να τους δροσίζει.
Η γραφή μου θέλω να ναι
Τα σφαγμένα λαρύγγια των αφανών
Και των μουγγών του τρόμου.
Να ναι δυνατή σαν τη φωτιά
να μιλάει σαν το σύμπαν πολυφωνικά
και να ευωδιάζει σαν φρεσκοανθισμένο αγιόκλημα
κι ένα κλωνάρι δυόσμο.


Πρέπει κάτι να χάσεις
για να ψάξεις,
να το βρεις
κι εμείς ποτέ μας δεν αποδεχτήκαμε
ότι κάτι χάσαμε.
Ποτέ.


Στη στατιστική ατέλείωτοι αριθμοί
Κρύβουν από κάτω τους ζωντανούς
που βαριανασαίνουν,
χωρίς γέλιο,
χωρίς όνειρα,
χωρίς γιασεμιά στα χείλη,
χωρίς γαρύφαλλα στα μάτια
αποψιλωμένοι της παγκοσμιοποίησης,
απλοί αριθμοί του άπληστου κέρδους.


Ενώ το ποτάμι φούσκωνε
οργισμένο
ο τρελός φώναξε:
«Προσοχή το ποτάμι
ποτέ δεν κοιμάται».
Και λογικοί ρώτησαν
Γιατί δεν κοιμάται?
Και ξανά κοιμήθηκαν.
Και ο τρελός ξαναφώναξε:
«Οι λογικοί πάντα κοιμούνται
και παρασέρνονται».


Έξω από ένα σταθμό περίμενε
κι όταν ρωτήθηκε τι?
«Δεν είναι λίγο να περιμένεις»
απάντησε και συνέχισε να περιμένει
ενώ στο βάθος των μισοσβησμένων ματιών του
ξεμίτιζε ένα ξεπαγιασμένο
κατάχλωμο φεγγάρι,
ίδια η ψυχή του.


Καλός γνώστης της ιστορίας
και του πεπρωμένου του
ο σύγχρονος του καναπέ
υπάκουος και νομιμόφρων πολίτης
ξανακοιμήθηκε βαθιά
τασσόμενος υπέρ της παγκοσμιοποίησης του ύπνου
και της ελευθερίας του ανεπίληπτου Μορφέως.


Τόση θάλασσα,
τόσα ποτάμια,
δάση,
λουλούδια
γύρω μας
και εμείς δεν μάθαμε τη γλώσσα τους.
Ενηλικιωθήκαμε χωρίς την μητρική μας.
Χωρίς γλώσσα πως θα επιβιώσουμε?


Η καρδιά μου καθημερινά
επιμελείται την σφαγή των ονείρων μου
και την κάθετη πτώση.
Η καρδιά μου, τρεχούμενη κρήνη
από διαλεχτό μάρμαρο
της μάνας και του πατέρα,
ξεχειλίζει βουνίσια δροσιά
και ευωδιάζει φρεσκοβρεγμένο άργιλο,
πέτρα και ζώσα πνοή.
Η καρδιά μου με κομμένα χέρια
ξυλεύεται ανηλεώς.
Ελπίδα μόνη τα πολλά ερωτηματικά
που μπερδεύονται στην γλώσσα μου
σαν το σάλιο μου και τα κερασοκούκουτσα.
Πάντως κάθε φορά που ρωτώ και κουβεντιάζω
ξαστεριάζει.
Ευωδιάζει ο βασιλικός,
μυρίζει άνοιξη η λεβάντα
και η ίριδα κρουταλίζει τις πόρτες.
Καλημέρα γείτονα
ας ανοίξουμε τα παράθυρα
να γνωριστούμε, ν’αγαπηθούμε
για να μοσχοβολήσουν οι βασιλικοί στα περβάζια
και να ευωδιάσει ο κόσμος άνοιξη.

Κατήφορος κι εμείς στο φουλ το γκάζι.
Πως έγινε έτσι η ζωή μας?


Κούρασε η νηνεμία.
Τρέφεται με κίνηση η ζωή
σελώνω την αυγή.
Οι καναπέδες ευλογία του κατεστημένου
ξηλώστε τους.


Στις παλάμες μου
χλοίζει η ζωή.
Στα χέρια μου μετεωρίζεται.
Τα δείχνω
αρνούμενος να Παγκοσμιοποιηθώ
στο δρόμο της «ελεύθερης αγοράς»
σα μεγαλομέτοχος οικονομικού τραστ
που σφυρίζει αδιάφορος.
Φάροι τα ροζιασμένα χέρια του πατέρα
Και των μεγάλων μου αδελφών.



Προφανώς κούρασα
μα είναι απομεινάρια
της εποχής που η αθωότητα
περγελούσε τον θάνατο.

Απλώνω τα χέρια
ζητώντας συγνώμη
να ξεδιψάσω


Τραγούδι 5ης θεματικής ενότητας
Μια Παρασκευή, ένα Σαββάτο βράδι
Παραδοσιακό.
Ερμηνεύει:


Μια Παρασκευή, ένα Σαββάτο βράδι
η μάνα μ’ μ’ έδιωχνε απ’ το πατρικό μ’,
βρε κι’ ο πατέρας μ’
κι αυτός μου λέει να φύγω.
Ώρε φεύγω κλαίγοντας
φεύγω μοιριολογόντας
πάω στην ξενιτιά.


6η θεματική ενότητα
Ο ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΠΑΡΗΣ διαβάζει ΑΡΓΥΡΗ ΜΠΑΡΗ



Αφήσαμε για το τέλος την παρουσίαση των ποιημάτων του, από τον ίδιο, για να κρατήσουμε στην μνήμη μας αυτό που θα διαπιστώσουμε όλοι μας.
Η ποίηση δεν απαγγέλλετε μόνο με τον λόγο.
Πηγάζει από τα βάθη της ψυχής του και δροσίζει τους διψασμένους για αυτήν.

Κάνετε κλικ εδώ για να καταλάβεται τι ενοώ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Θα κλείσουμε την βραδιά με την αγαπημένη μας φωνή του Παπαναστάση.
Το τραγούδι που θα μας πει, είμαστε σίγουροι πως ο Αργύρης θα το αφιέρωνε στην σύντροφο της ζωής του.
Την Καίτη Μπαρή.
Που με τόση αγάπη διαχειρίζεται μαζί με τα παιδιά της το έργο του.
Που χάρη σε αυτήν την διαχείριση, ήρθαμε σε επαφή με αυτό.
Της το αφιερώνουμε λοιπόν με όλη μας την αγάπη.
Και της υποσχόμαστε πως θα είμαστε πιστοί συμπαραστάτες της.

Τραγούδι 6ης θεματικής ενότητας
Βοσπορίτισσα

Στίχοι: Φίλιππος Γράψας σε παραδοσιακή μουσική.
Ερμηνεία : Παπαναστάσης

Βγήκε τ' άστρο της αυγής
στο παράθυρο της γης
Βοσπορίτισσα κοιμάσαι
να ξεχνάς να μην θυμάσαι.

Γι' αυτά τα μάτια καίει το καντήλι
λες κι είν' ελπίδα που 'χει ανατείλει
μοσχοβολάει ο καιρός καημούς.
Γι' αυτό το σώμα τ' άσπιλο σώμα
μέχρι κι ο θάνατος πεθαίνει ακόμα
και πια δεν έχει ο Θεός εχθρούς.

Βγήκε φως εσπερινό
λέει τραγούδι σκοτεινό
Βοσπορίτισσα ποια μοίρα
σ' άφησε χωρίς πορφύρα.


Αν είχες κουράγιο να φτάσεις ώς εδώ κάτω διαβάζοντας, τότε σίγουρα θα το βρεις να έρθεις στην εκδήλωσή μας. Θα είναι χαρά μου να σας δω εκεί.
Δημοσίευση σχολίου